
Η κενοδοξία
Η κενοδοξία είναι μία ενδελεχής προσπάθεια, ίνα αποκτήση εφήμερα πράγματα, τιμάς, δόξαν, επαίνους, διακρίσεις, προτιμήσεις, ίνα λαμπρώς ενδύηται και κάμνη εμφανίσεις αναλόγως της γνώμης, ήν περί εαυτού έχει και θέλει, ίνα έχωσι και οι άλλοι. Ο κενόδοξος εν τη ιδέα, ότι μακαρίζεται, πολλαπλασιάζει την ευτυχίαν του. Ο κενόδοξος ζή εν μία διαμεμορφωμένη της ψυχής του καταστάσει, ως σκλάβος αυτής. Στηρίζει την πάσαν αυτού ευτυχίαν εις μάταια πράγματα. Ευρίσκει δε την ευτυχίαν του μόνον εις αυτά και πασχίζει παντοιοτρόπως ίνα τα αποκτήση. Θεωρεί δε εαυτόν ως δυστυχή και αποτυχημένον, ηστοχημένον, εάν αποτύχη εν τη απολαύσει των τοιούτων υπ’ αυτού επιδιωκομένων αγαθών, εάν φερ’ ειπείν δεν δύναται να ενδύηται ως αριστοκράτης και να εμφανίζεται ως τοιούτος.
Η κενοδοξία είναι μία πεπλανημένη εκτίμησις των πραγμάτων, παντελής έλλειψις του γνώθι σαυτόν. Συνιστά μίαν νοσηράν διανοητικήν κατάστασιν. Ξένη προς τα αληθή αγαθά της ψυχής, την σοφίαν, την αρετήν, την γαλήνην συνειδήσεως, την χάριν του Θεού, την αιωνιότητα και θείαν μακαριότητα, την αληθή χαράν του πνεύματος και της καρδίας, πλανάται εις ένα κόσμον εφημέρων πραγμάτων, διά την απόκτησιν των οποίων υποφέρει μέχρις αναξιοπρεπείας.
Διαδουκολεύεται με χιμαιρικάς ιδέας και με μίαν χιμαιρικήν ευτυχίαν. Η κενοδοξία είναι εμφύσημα κακής, διεστραμμένης ανατροφής εν τη οικογενεία, εν χιμαιρική μακαριότητι ζώσης και εν τοιαύτη χιμαιρικών ιδεών ατμοσφαίρα και τον γόνον της διαμορφούσης ψυχικώς. Ματαιοδόξων ονείρων οικογένεια τοιούτον ματαιοδόξων ονείρων γόνον κάμνει και τον υιόν ή την θυγατέρα. Εθεοποίησε τον εαυτόν του ο Αλέξανδρος, διότι ούτως ως υιόν του αθανάτου Διός ήθελον να πιστεύσωσιν οι κολακεύοντες αυτόν το επίστευσε δε και ο ίδιος. Αφυπνίσθη, όταν εις ηλικίαν τριάκοντα τριών ετών είδε, ότι μαζί με το αίμα, που έρρεεν από την πληγήν του, έφευγεν ασυγκράτητος και η ζωή του, ψιθυρίζουσα εις αυτόν και λέγουσα εις ποτόν ματαιοδόξων ονείρων αθανασίας κόσμον μετεωρίσθης. Η ματαιοδοξία είναι γέννημα πολλών και αλογίστων εκ μικράς ηλικίας διαθρεφθεισών αδυναμιών εις την ψυχήν τινος, κούφων βλέψεων, μεγαλομανών επιδιώξεων, κολακειών και διαδουκολήσεων.
Σοφ. Σιράχ ΙΑ 4. Εν περιβολή ιματίων μη καυχάσαι και εν ημέρα δόξης μη επαίρου. Σοφ. Σιράχ ΙΑ 2. Μη αίση άνδρα επί κάλλει αυτού και μη δελεάση άνθρωπον εν δράσει αυτού. Παροιμ. ΚΕ 14. Ωσπερ άνεμοι και νέφη και εστίν επιφανέστατοι, ούτως ο καυχώμενος επί ψεύδει. Ησαΐου Γ 18. Και αφαιρεί Κύριος την δόξαν του ιματισμού αυτών και τους κόσμους αυτών και τα εμπλόκια αυτών. Μακκαβ. Β 15–16.
Και των διαφόρων δε παθών επικρατεί ο λογισμός φαίνεται, φιλαρχίας και κενοδοξίας και αλαζονείας και μεγαλαυχίας και βασκανίας. Πάντα γαρ ταύτα τα κακώθη πάθη ο σώφρων νους εις αγαθόν προτρέπων απωθείται και βιάζεται, ώσπερ και τον θυμόν.
Δυσάρεστοι ακολουθίαι της κενοδοξίας.
Η κενοδοξία παρασύρει το θύμα της εις πολλάς παραδοξότητας, κατά τας οποίας ο κενόδοξος εμφανίζεται ενώπιον των άλλων ως γελοίον τι υποκείμενον. Τρέχει όπισθεν ονείρων ματαιοδόξων γελοιοποιούμενος και ευτελιζόμενος, και αφήνει να χάνονται απ’ εμπροσθέν του αξία μεγάλα. Η κενοδοξία παρασύρει τον άνθρωπον εις σφάλματα ασυγχώρητα. Είναι πηγή διαφθοράς και ηθικής αποσυνθέσεως. Ωθεί τον κενόδοξον εις πράξεις πονηράς εν τη επιδιώξει των ματαιοδόξων ονείρων και σχεδίων και βλέψεων. Κάμνει αυτόν κακεντρεχή, απατεώνα, φιλήδονον, ηδυπαθή, ασελγή, ωμόν, σκληρόν, απάνθρωπον, ιταμόν, προς πάσαν κακίαν δεξιόν και ικανόν. Ως τοιούτον αποδεικνύει αυτόν μισητόν ενώπιον του Θεού. Του ληστεύει την προς τον Θεόν πίστιν, το χριστιανικόν ήθος, και εν μία λέξει ό,τι κάμνει τινά άνθρωπον.
Γραφικαί θέσεις
Ησαΐου Ε 20–21. Ουαί οι λέγοντες το πονηρόν καλόν και το καλόν πονηρόν. Οι τιθέντες το σκότος φως και το φως σκότος, το πικρόν γλυκύ και το γλυκύ πικρόν. Ουαί οι συνετοί εν εαυτοίς και ενώπιον εαυτών επιστήμονες. Ρωμ. ΙΒ 16. Μη γίνεσθε φρόνιμοι παρ’ εαυτοίς. Ησαΐου ΝΘ 4. Πεποιθάσιν επί ματαίοις. Φιλιπ. Β 2–3. Το αυτό φρονείτε μηδέν κατ’ εριθείαν ή κενοδοξίαν, αλλά τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών.
Παραδείγματα
Δ. Βασιλ. Θ 30. Η ματαιοδοξία Ιεζάβελ ολίγον προ του δραματικού τέλους αυτής. Ησαΐου Γ 16 και εξής. Ομιλία προς τας ματαιοδόξους γυναίκας. Ησαΐου ΛΘ. Ματαιόδοξος επιδείξεις του βασιλέως Εζεκίου. Πράξ. Αποστ. ΙΒ 22. Ματαιόδοξος επιδείξεις του βασιλέως Ηρώδου.
Η κενοδοξία είναι είδος τι σκωριάσεως, που με τον χρόνον κατατρώγει και τα ευγενέστερα των μετάλλων κάμνει και τον συνετώτατον των ανθρώπων τυφλόν κατ’ αμφοτέρους τους οφθαλμούς και κωφόν κατ’ αμφοτέρα τα ώτα.
Τέλος κενοδόξων
Εσθήρ Ε 12. Το τέλος του Αμάν. Δ. Βασιλ. Θ 30. Τέλος της Ιεζάβελ. Δανιήλ Δ 27. Το τέλος του Ναβουχοδονόσορος και της Βαβυλώνος.
Η ιστορία γέμει παραδειγμάτων εκ κενοδοξίας και περί του παραδειγματικού τέλους των κενοδόξων. Το δε βιβλίον του Εκκλησιαστού είναι εν δυνατόν βιβλίον, μεστόν σοφίας, και δυνάμεως παράδειγμα εν τω προσώπω του βασιλέως Σολομώντος.
Ίνα αποφύγη τις την εύκολον παγίδα προς την κενοδοξίαν οφείλει να θεωρή τα πράγματα κατά την πραγματικήν των αξίαν και απαξίαν.
Να μελετά καλώς τα επίγεια αγαθά εν τοις πλεονεκτήμασι και μειονεκτήμασιν αυτών και να εκτιμά από της πολυπλεύρου εμφανίσεως αυτών.
Να ασχολείται με τα αγαθά κατά την υπηρεσίαν, που προσφέρουσι διά μέσου του στίβου των αγώνων περί την αρετήν και διά την αρετήν. Τον χρόνον δε αυτού να υπολογίζει βάσει του νομίσματος της αποδόσεως, ομοίως και κάθε στιγμήν της ζωής βάσει του νομίσματος και των σταθμών της χρησιμότητος και της ωφελείας υπέρ των άλλων εις δόξαν Θεού.
Να μη λησμονή ποτέ τον Μέγαν Διδάσκαλον, την Παναγίαν Μητέρα Του, τον Μνήστορα Ιωσήφ. Η αγία οικογένεια πρόκειται μέγα παράδειγμα. Η διδασκαλία του Κυρίου δεν είναι ή μία μαρτυρία δι’ όλων των σταθμών και σημείων αυτής περί της αρετής της ταπεινοφροσύνης, εν μαστιγώματι δεινόν κατά της κενοδοξίας και ματαιοφροσύνης.
Γραφικαί θέσεις
Μάρκ. Η 36. Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού. Β Κορινθ. Ι 12. Ου γαρ τολμώμεν εγγράφαι ή συγκρίναι εαυτούς τισι των εαυτούς συνιστανόντων, αλλά αυτοί εν εαυτοίς μετρούντες και συγκρίνοντες εαυτούς εαυτοίς ου συνιούσιν. Ημείς δε ουχί εις τα άμετρα καυχησόμεθα, αλλά κατά το μέτρον του κανόνος, ού εμέρισεν ημίν ο Θεός μέτρου, εφικέσθαι άχρι και υμών.
Το παράδειγμα εκ του οίκου
Τα παιδιά εξ εαυτών δεν έχουσι καμμίαν επιθυμίαν προς το ωραίον, καμμίαν έννοιαν περί της αξίας της αμφιέσεως, του κόσμου κλπ. Όλα τα πράγματα θεωρούσι με τον οφθαλμόν της πληρώσεως μιάς ανάγκης και με τον οφθαλμόν της χρήσεως και ωφελιμότητος. Οι γονείς εν τούτοις παιδαγωγούσι αυτά εις την κενοδοξίαν. Ομιλούσι περί νέων ενδυμάτων. Εκθειάζουσι τα καινούργια, κατά τινα τρόπον ως εάν να τα βλέπωσι με φθονερόν οφθαλμόν. Θαυμάζουσι το παιδίον ενδεδυμένον την νέαν του ενδυμασίαν. Εξαντλούσιν όλας των τας δυνάμεις ώστε να εκφράσωσι τον θαυμασμόν των, κάμνουσι τούτο υπερήφανον, φέρουσιν αυτό ενώπιον του καθρέπτου, διαβιβάζουσιν εν αυτώ την έννοιαν του ωραίου και της συγκρίσεως μεταξύ παλαιάς και καινούργιας ενδυμασίας. Καλλωπίζουσι την κόμην και εκθειάζουσιν αυτήν, ενώ εξαιρούσι τα καινούργια υποδήματα. Ομιλούσι μετά περιφρονήσεως περί των παλαιών. Ενδύουσι τα τέκνα των οι γονείς όχι ίνα διδάξωσι την ανάγκην της ενδυμασίας και την αξιοπρεπή εμφάνισιν αυτών, αλλ’ ίνα διαβιβάσωσι το ανθρωπαρέσκον και κενόδοξον και μάλιστα επί παρουσία ξένων, οίτινες σχηματίζουσιν ένα χορόν κωμωδίας με κέντρον το αθώον παιδίον. Ερεθίζουσι τα τέκνα των προς μίαν ακατάσχετον φλύαρον ευφυολογίαν, ενώ εκχύνονται εις ένα μέγαν θαυμασμόν διά τους ευφυείς λόγους και τας τοιαύτας ή τοιαύτας λυγεράς κινήσεις των. Μεταθέτουσι δηλαδή τα παιδιά εις μίαν άλλην ουτοπικήν σφαίραν, όπου και τα αφήνουσι να ζώσι. Η αγωγή αυτή και τα τοιαύτα μαθήματα, που φονεύουσι τόσον πρωίμως το ιερόν αίσθημα της σεμνότητος, αρχίζουσι από της απαλής ηλικίας.
Μεγαλαυχία, κομπορρημοσύνη.
Είναι μία άλογος έπαρσις και καυχησιολογία, ανάδειξις και ανύψωσις τινός διά τα εξαιρετικά προσόντα, άτινα δήθεν μόνον αυτός έχει, υπό του ιδίου επαινούμενα και εξαιρόμενα. Καυχάται δε επ’ αυτοίς αυτοεγκωμιαζόμενος. Και ταύτα πράττει εμφανίζων συγκρίσεις μετά περιφρονήσεως άλλας προσωπικότητας. Η μεγαλαυχία εκφράζεται ούτω πως εμφανίζει τον μεγαλόψυχον, όστις ομιλεί περί τινος αγαθού, όπερ κατώρθωσε να αποκτήση και κατέχει μόνον αυτός ή έλαβε δήθεν ως ιδιαίτερον χάρισμα, όπερ μόνον αυτός κατέχει, ενώ εν τη πραγματικότητι ουδεμίαν έχει μετ’ αυτού γνωριμίαν, όπερ τέλος απέκτησε κατά τινα έξοχον τρόπον, υψηλήν εκτίμησιν, ως ο μόνος δήθεν άξιος προς τούτο.
Η αρχή και πηγή, αφ’ ων άρχεται η μεγαλαυχία είναι αυτά, εξ ων εκπηδά και αφ’ ων άρχεται η ιταμότης, υπό των αυτών κινήτρων ορμωμένη, δι’ ων οιστρηλατείται και αύτη. Ο κομπορρήμων και μεγαλαύχος έχει τας ιδίας ιδιότητας, που εμφανίζει ο ιταμός.
Ο επιθυμών να προφυλαχθή από το ελάττωμα τούτο, οφείλει να έχη υπ’ όψιν αυτού, ότι η μεγαλαυχία και κομπορρημοσύνη είναι ομοίως ως η ιταμότης εν από τα μεγάλα κακά, τα κάκιστα ελαττώματα.
Ο μεγαλόψυχος εθελοτυφλεί προ των ανικανοτήτων, ασθενημάτων, αδυναμιών, ελλείψεων και ελαττωμάτων. Βλέπει τα ελαττώματα των άλλων μόνον προς έλεγχον. Τον εαυτόν του βλέπει εις την κορυφήν της πυραμίδος, ως καθ’ υπεροχήν όλων των άλλων, τους οποίους θεωρεί ως από κορυφής όρους τινός. Πολλάκις βλέπει αυτούς τόσον αφανιζομένους προ των οφθαλμών του, ώστε να αναγκάζεται να συγκαταβαίνη ως ο χρησιμοποιών τηλεσκόπιον διά την μεγέθυνσιν των εις μεγάλην απ’ αυτού απόστασιν κειμένων.
Υπάρχει όμως μία διαφορά, ότι ο τηλεσκόπιον χρησιμοποιών φέρει πλησιέστερον αντικείμενα πράγματι υπάρχοντα, ίνα διακρίνη αυτά επί σκοπώ τινί ωρισμένω, ο δε μεγαλόψυχος κατ’ άκραν συγκατάβασιν, ίνα ίδη ιδιότητας τινάς, άς εκείνα εις ά αποδίδει αυτάς δήθεν δεν έχουν. Όταν όμως τοποθετήση τον εαυτόν του ενώπιον του κατόπτρου της πραγματικότητος, και γίνηται τούτο εν τη πράξει, τότε βλέπει πόσον είναι γυμνός των ιδιοτήτων, εφ’ αις μεγαλαυχεί, ευρίσκει εαυτόν, ταπεινούται, ευτελίζεται.
Ο Θεός μισεί τον μεγαλόψυχον τον κομπορρήμονα. Ομοίως κάμνουσι και οι άνθρωποι διότι τον περιφρονούσιν, είναι τελείως ανεπιθύμητος.
Γραφικαί θέσεις
Παροιμ. Λ 13. Έκγονον κακού υψηλούς οφθαλμούς έχει, τοις δε βλεφάροις αυτού επαίρεται. Παροιμ. ΚΑ 4. Μεγαλοφρων εν ύβρει, θρασύκαρδος. Παροιμ. ΚΑ 2. Πάς ανήρ φαίνεται εαυτώ δίκαιος. Παροιμ. ΚΑ 24. Θρασύς, αλαζών και υβριστής, λοιμός καλείται. Αβδίου Α 3. Υπερηφανία της καρδίας σου επήρε σε κατασκηνούντα εν ταις οπαίς των πετρών, υψών κατοικίαν αυτού, λέγων εν τη καρδία αυτού, τις καταγάγει με επί την γην; Εάν μετεωρισθής ως αετός και εάν ανά μέσον των άστρων θής νοσσιάν σου, εκείθεν καταγάξω σε, λέγει Κύριος. Δ. Μακκαβ. Β 15. Των διαστατών δε παθών επικρατεί ο λογισμός φαίνεται, φιλαρχίας και κενοδοξίας και αλαζονείας και μεγαλαυχίας και βασκανίας.
Παραδείγματα
Ησαΐου ΙΔ 12 και εξής. Ο Ησαΐας ιστορεί την πτώσιν του εωσφόρου, η διήγησις είναι λίαν ενδιαφέρουσα και διδακτικωτάτη. Δανιήλ Δ 26 και εξής. Ναβουχοδονόσωρ και Βαβυλών η μεγάλη. Αξιοπρόσεκτος και αξιόσπουδαστος η διήγησις. Δ. Βασιλ. ΙΗ 13. Μεγαλαυχία του Σεναχηρείμ βασιλέως των Ασσυρίων. Καταστροφή και τέλος της πολιορκίας των Ιεροσολύμων και του Σεναχηρείμ.
Δ. Οίησις, υπεροψία, τύφος, υπερηφάνεια.
Η οίησις είναι κακή επιθυμία προς υπεροψίαν μετά τινος αμέτρου και ακραίου εγωϊσμού και γνώμης αυτάρεσκου. Εκδηλούται δε κατά πολλούς τρόπους. Εν τη καρδία του ανθρώπου, όταν ούτος θέλη να βλέπη τον εαυτόν του ενώπιον των οφθαλμών του και να πιστεύη και νομίζη ως μέγαν, ως κάτι να είναι. Εν τω στόματι του ανθρώπου, όταν ούτος πιστεύη ότι είναι μέγας και ομιλή περί του εαυτού του ως μεγάλου. Εν τοις έργοις του ανθρώπου, όταν ούτος εν ταις ενεργείαις αυτού και εν ταις πράξεσιν αυτού ανυψοί και πλατύνει στόμα προς διαφήμισιν του ονόματός του, ως πράττουσιν οι αρχιτέκτονες επί των διαφόρων οικοδομών, οίτινες διά τεραστίου μεγέθους πινακίδων διαφημίζουσι το όνομά των. Εν τη εξωτερική εμφανίσει του ανθρώπου, όταν ούτος ενδύηται πολυτελώς, οικεί πολυτελώς, κινείται πολυτελώς, επιδεικνύων εαυτόν υπέρ τας δυνάμεις και την κοινωνικήν του αξίαν.
Η οίησις είναι εν μέγα ελάττωμα, απεχθές και ειδεχθές. Η ιταμότης, η μεγαλαυχία και κομπορρημοσύνη, η κενοδοξία και ματαιοδοξία, συμπλέκονται εις τους κλάδους του δένδρου του οιηματίου. Η υπεροψία, ο τύφος, η φυσίωσις και υπερηφάνεια είναι έτεραι ονομασίαι της οιήσεως κατά τον τρόπον και την μορφήν της ζωής και εμφανίσεως του οιηματίου.
Η αποφυγή της οιήσεως, πολυπροσώπου και πολύποδου, είναι μέτρον συνέσεως και ανθρωπίνης αξιοπρεπείας, διότι ενώπιον του Θεού, εκ του οποίου τα πάντα έχομεν, ο οιηματίας είναι τι το βδελυκτόν. Είναι πηγή πολλών κακών και πλήθους αμαρτιών. Προσάπτει επί της γης μεν ατίμωσιν και κατασχύνην, εν τοις ουρανοίς δε την ενώπιον του θείου Κριτού ανεπανόρθωτον κατάκρισιν.
Όστις θέλει να προφυλαχθή προ της κακίας και του ελαττώματος της οιήσεως οφείλει να έχη ενώπιον των οφθαλμών του το μεγαλείον και την δόξαν του Θεού και να βλέπη εκεί, ως εν κατόπτρω, την ιδικήν του μηδαμινότητα. Να μελετά την ιστορίαν και να σπουδάζη την ζωήν των διαφόρων ανδρών, που υπερηφανεύθησαν, το τέλος πολλών τούτων, το οδυνηρόν ή επαίσχυντον. Δεν θα βραδύνει να πεισθή, ότι η οίησις, η υπεροψία, ο τύφος, η φυσίωσις και υπερηφάνεια και όλαι αι συναφείς κακίαι, γνωσταί δι’ ονομάτων ή μη, συνιστώσιν έκαστη εν γηρασμένον υπό παν αρετής οικοδόμημα. Πλην εκδικητής της αρετής είναι ο Θεός, ταχύς και φοβερός κατά το ρήμα, εμή εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω.
Γραφικαί θέσεις
Παροιμ. ΙΣΤ 5. Ακάθαρτος παρά τω Θεώ πας υψηλοκάρδιος. Παροιμ. ΙΕ 25. Οίκους υβριστών κατασπά Κύριος. Σοφία Σιράχ Ι 7, 15. Μισητή έναντι Κυρίου και ανθρώπων υπερηφάνεια. Εξ αμφοτέρων πλημμελήσει άδικα. Θρόνους αρχόντων καθείλε Κύριος και αντ’ αυτών εκάθισε ταπεινούς. Ρίζας εθνών υπερηφάνων εξείλε και εφύτευσε ταπεινούς αντ’ αυτών. Λουκά Α 51–52. Διεσκόρπισεν υπερηφάνους διανοία καρδίας αυτών. Καθείλε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς. Γαλ. ΣΤ 3. Ει δοκεί τις είναι τι, εαυτόν φρεναπατά. Τωβίτ Δ 13–14. Αγάπα τους αδελφούς σου και μη υπερηφανεύου τη καρδία σου από των αδελφών σου, διότι εν τη υπερηφανία απώλεια και ακαταστασία. Παροιμ. Η 13. Φόβος Κυρίου μισεί αδικίαν, ύβριν και υπερηφάνειαν. Ματθ. ΚΓ 12. Όστις υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται.
Παραδείγματα
Δανιήλ Δ κεφ. Του Ναβουχοδονόσορος. Ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Πράξεις Αποστόλων ΙΒ 20–25. Του βασιλέως Ηρώδου. Β Μακκαβ. Θ. Του Αντιόχου Επιφανούς. Οικτίστω μορφή κατέστρεψε τον βίον.
Σύγχρονον παράδειγμα. Το αυτό οικτρόν και επαίσχυντον τέλος έσχεν ο δικτάτωρ της Ιταλίας Μουσσολίνι και ο δικτάτωρ της Γερμανίας Χίτλερ.
Η υπερηφάνεια είναι το βαρύτερον των παθών και η ρίζα πολλών κακιών. Εξ αυτής γεννάται η αποξένωσις του ανθρώπου από του Θεού και η πτώσις αυτού εις πλήθος αμαρτημάτων. Ο υπερήφανος αποστρέφεται την ταπείνωσιν, δεν δέχεται έλεγχον, δεν υπομένει διόρθωσιν, αλλ’ εμπιστεύεται εις εαυτόν και εις την ιδίαν αυτού κρίσιν. Ούτως η διάνοια αυτού σκοτίζεται και η καρδία αυτού σκληρύνεται. Χάνει την ειρήνην και την χάριν και γίνεται ξηρός και άκαρπος, ως δένδρον άνευ ρίζης.
Η ταπείνωσις αντιθέτως είναι το θεμέλιον πάσης αρετής. Εκεί όπου υπάρχει ταπείνωσις, εκεί αναπαύεται η χάρις του Θεού. Ο ταπεινός γνωρίζει την αδυναμίαν αυτού και δεν υψοί εαυτόν, αλλά ελπίζει εις το έλεος του Θεού. Δεν επιζητεί επαίνους ούτε τιμάς, αλλά εργάζεται εν σιωπή και απλότητι. Η καρδία αυτού είναι ειρηνική και καθαρά, και ευρίσκει ανάπαυσιν εις τον Θεόν.
Όστις λοιπόν θέλει να σωθή, ας αποφεύγη την υπερηφάνειαν ως φαρμάκι ψυχής και ας αγαπά την ταπείνωσιν ως πηγήν ζωής. Ας ενθυμήται πάντοτε ότι όσα έχει, χάρις Θεού είναι, και ότι άνευ Αυτού ου δύναται ποιείν ουδέν. Τότε θα βαδίζη ασφαλώς εν τη οδώ της αληθείας και θα εύρη το φως και την χαράν, τα οποία δεν παρέρχονται.
Ούτως διδάσκει η πείρα των αιώνων και η φωνή των Αγίων, ότι ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται. Και εν τη απλότητι ταύτη ευρίσκεται η σωτηρία του ανθρώπου και η ειρήνη της ψυχής.
Γραφικαί θέσεις
Γαλ. Ε 26. Μη γινώμεθα κενόδοξοι, αλλήλους προκαλούμενοι, αλλήλοις φθονούντες. Ρωμ. ΙΒ 16. Μη τα υψηλά φρονείτε, αλλά τοις ταπεινοίς συναπαγόμενοι. Ιω. Ε 44. Πώς δύνασθε υμείς πιστεύσαι, δόξαν παρ’ αλλήλων λαμβάνοντες, και την δόξαν την παρά του μόνου Θεού ου ζητείτε; Α Βασ. Β 3. Μη καυχάσθε και μη λαλείτε υψηλά. Μη εξέλθη μεγαλορρημοσύνη εκ του στόματος υμών. Παροιμ. ΚΕ 6. Μη αλαζονεύου ενώπιον βασιλέως, μηδέ εν τόποις δυναστών υφίστασο. Ματθ. ΚΓ 8. Φιλείτε καλείσθαι υπό των ανθρώπων Ραββί, Ραββί. Υμείς δε μη κληθήτε Ραββί. Εις γαρ υμών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός.
Παραδείγματα
Γεν. Γ 4–5. Παράδειγμα της Εύας. Β Βασιλ. ΙΕ. Ο Αβεσσαλώμ, δεινόν παράδειγμα φιλοδοξίας. Α Μακκαβ. Ζ 21. Ανταγωνισμός του Αλκίμου προς τον Ιούδαν διά την Αρχιερωσύνην. Β Βασιλ. Κ 4. Ο στρατηγός του Δαβίδ Ιωάβ δολοφονεί τον Αμεσσαί, ίνα κερδίση την μόνην θέσιν εν τω Ισραήλ. Β Μακκαβ. Δ 7 και εξής. Ο Αρχιερεύς Ιάσων, ίνα κερδίση την Αρχιερωσύνην, δεν εδίστασε να μεταχειρισθή την δωροδοκίαν προς ικανοποίησιν των φιλοδόξων βλέψεων αυτού. Β Μακκαβ. Γ 6 και εξής. Ο Μενέλαος επί Αντιόχου του Ευπάτορος συνεναμίχθη μετά των εισβολέων ουχ επί σωτηρία της πατρίδος αυτού, αλλ’ ούμενος επί της αρχής κατασταθήσεται. Β Μακκαβ. Γ 6–7 και εξής. Το τέλος του Μενελάου. Τοιούτω μορφώ τον παράνομον συνέβη θανείν, μηδέ της γης τυχόντα Μενέλαον. Πάνυ δικαίως, επειδή συνετέλεσε πολλά περί τον βωμόν αμαρτήματα, ού το πυρ άγνον ήν και η σποδός, εν σποδώ τον θάνατον εκομίσατο. Αριθμ. ΙΣΤ. Η επανάστασις Κορέ εναντίον του Μωυσέως. Γ Βασιλ. Α 5. Επανάστασις Αδωνίου κατά του Δαβίδ. Α Μακκαβ. Ε 57. Αποτυχία φιλοδόξου επιχειρήσεως επί Ιάμνειαν. Λουκ. ΙΔ 7–11. Περί πρωτοκλισίας. Λουκ. Θ 46. Εισήλθε δε διαλογισμός εν αυτοίς τις αν είη μείζων αυτών. Ιω. ΙΒ 43. Ηγάπησαν γαρ την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ή την δόξαν του Θεού.
Ενέργειαι και επενέργειαι της επιθυμίας
Η επιθυμία υπό τας ποικίλας της εκδηλώσεις δημιουργεί εν τω ανθρώπω ένα αδιάκοπον αγώνα. Ο αγών διεξάγεται μεταξύ αταξίας και τάξεως, κακίας και αρετής, του νόμου της σαρκός και του νόμου του νοός. Νικά ο μείζονα αντίστασιν και αντοχήν εμφανίζων.
Ιακώβ Δ 1. Πόθεν πόλεμοι και μάχαι εν υμίν; ουκ εντεύθεν, εκ των ηδονών υμών των στρατευομένων εν τοις μέλεσιν υμών.
Επιθυμία
Συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον. Βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέλεσί μου. Γαλ. Ε 17. Η γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός· ταύτα αντίκειται αλλήλοις, ίνα μη, ά αν θέλητε, ταύτα ποιήτε. Δ Μακκαβ. Α, Β, Γ, ένθα ο λόγος περί των επιθυμιών και των εξ αυτής παθών της ψυχής. Τα κεφάλαια αυτά είναι αξιόσπουδαστα.
Ηψάμεθα εν τοις καθ’ έκαστον των λόγων, δι’ ους ο άνθρωπος οφείλει να ανθίσταται κατά των επιθυμιών εκάστων με αληθώς Παύλειον φρόνημα. Διά να είπη ο άγιος απόστολος Παύλος, ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν, τούτο ποιώ, αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος και την σφοδρότητα του αγώνος. Ενταύθα συνοψίζομεν τους λόγους ως εξής.
Η αχαλίνωτος επιθυμία είναι πηγή και αρχή πάσης αμαρτίας. Ιακώβου Α 15. Η επιθυμία συλλαβούσα τίκτει αμαρτίαν, η δε αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον.
Η επιθυμία ληστεύει την ελευθερίαν της θελήσεως του ανθρώπου, δουλώνει και αιχμαλωτίζει, ταπεινώνει και ευτελίζει. Σοφ. Σιράχ ΙΗ 31. Εάν χορηγήσης τη ψυχή ευδοκίαν επιθυμίας, ποιήσει σε επίχαρμα των εχθρών σου. Ωσηέ Θ 10. Απηλλοτριώθησαν εις αισχύνην και εγένοντο οι βδελυκτοί ως ηγαπημένοι. Ιω. Η 34. Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλός εστι της αμαρτίας.
Η επιθυμία διαβιβρώσκει την υγείαν του ανθρώπου ως σκώληξ. Σοφ. Σιράχ ΛΖ 30–31. Δι’ απληστίαν πολλοί ετελεύτησαν. Σοφ. Σιράχ ΙΘ 5. Ο ευφραινόμενος καρδία καταγνωσθήσεται. Ιω. Ε 14. Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε.
Η επιθυμία ληστεύει την ευτυχίαν. Α Τιμ. ΣΤ 10. Ρίζα πάντων των κακών εστίν η φιλαργυρία, ης τινές ορεγόμενοι απεπλανήθησαν από της πίστεως και εαυτούς περιέπειραν οδύναις πολλαίς.
Κατά ταύτα προς προφύλαξιν ημών από των επιθυμιών και των κακών συνεπειών εξ αυτών οφείλομεν.
Να προλαμβάνωμεν πάσαν επιθυμίαν προτού κυριεύση ημών. Τούτο είναι δυνατόν, εάν εγκαίρως δημιουργήσωμεν και προμηθευώμεν εις τον εαυτόν μας ιδεώδη και σκοπόν, εάν θέσωμεν και υποτάξωμεν την ζωήν ημών υπό έν πρόγραμμα εργασίας. Ούτως επιτυγχάνομεν να έχωμεν διαρκή ευγενή απασχόλησιν και να αξιοποιήσωμεν την ζωήν ημών. Εργασία με πρόγραμμα, τάξιν και πειθαρχίαν δεν αφήνει χώρον κενόν εις την διάθεσιν της επιθυμίας, η οποία ευδοκιμεί εν ταις ώρας της σχολής και της αργίας. Αι επιθυμίαι ούτως απησχολημένης της ζωής άμα τη επιστροφή των αποκρούονται. Α Κορ. ΣΤ 12. Πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει. Πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ουκ εγώ εξουσιασθήσομαι υπό τινος.
Να αποφεύγωμεν επιμελώς ό,τι δημιουργεί πειρασμόν, συμπλησιάζει προς ερεθισμόν εις επιθυμίαν. Σοφ. Σιράχ Θ 9. Μετά υπάνδρου γυναικός μη κάθου το σύνολον και μη συγκατακλιθής επ’ αγκώνα μετ’ αυτής και συμβολοκοπήσης μετ’ αυτής οίνω. Ρωμ. Η 13. Ει γαρ κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν.
Να ανθιστάμεθα και απαντώμεν αρνητικώς εις πάντα αισθητικόν γαργαλισμόν. Όπισθεν του ελαφρού μειδιάματος κρύπτεται ο θορυβώδης καγχασμός της αναιδούς επιθυμίας. Σοφ. Σιράχ ΙΗ 30–33. Μη πορεύου οπίσω των επιθυμιών σου.
Να μη αφιστάμεθα του μεγάλου και ισχυρού όπλου της προσευχής. Α Πέτρ. Ε 8. Νήψατε, γρηγορήσατε, ότι ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τινα καταπίη, ώ αντιστήτε στερεοί τη πίστει.
Να απαντώμεν μετ’ αποφασιστικότητος αρνητικώς εις πάσαν προσβολήν. Σοφ. Σιράχ ΙΗ 30. Από των ορέξεών σου κωλύου.
Να ζώμεν εν Χριστώ, κατά Χριστόν και διά τον Χριστόν. Ρωμ. ΙΓ 14. Ενδύσασθε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας.
Η δεκάτη εντολή ενώπιον των Αγίων Πατέρων
Εις και μόνον κανών άπτεται του περιεχομένου της δεκάτης εντολής. Του αγίου πατρός Γρηγορίου Νύσσης Κανών Δ. Των δε επιθυμιών και ηδονών γενομένων αμαρτημάτων τοιαύτη εστίν η διαίρεσις, το μεν γαρ καλείται μοιχεία, το δε πορνεία.
Περαιτέρω αναλύει αμφότερα τα αμαρτήματα, κάμνει κρίσεις επ’ αυτών, ευρίσκει σχέσεις αντιθέτους προς τα άλλα ακατονόμαστα πάθη της σαρκός, την αρρενομανίαν και ζωοφθορίαν και απαγγέλλει το επιτίμιον.
Επιθυμούμεν να δώσωμεν μίαν ερμηνείαν προς μίαν κατ’ αναλογίαν χρήσιν του Κανόνος και επί των αδικημάτων της αρμοδιότητος της δεκάτης εντολής.
Η επιθυμία είναι η μήτηρ όλων των αμαρτιών. Έκαστος, σοφώς παρατηρεί ο άγιος Ιάκωβος, ο πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, εν τη Καθολική αυτού επιστολή, πειράζεται υπό της ιδίας επιθυμίας εξερχόμενος και δελεαζόμενος. Εκφράζεται δογματικώς και καθορίζει την θέσιν της επιθυμίας έναντι της αμαρτίας.
Ο Πνευματικός Πατήρ οφείλει να λάβη ανάλογον θέσιν. Πάσαν αμαρτίαν θα αναζητή εις τα κίνητρα αυτής και θα εξετάζη καθ’ όλην. Εκαστή αμαρτία καθ’ όλην ανήκει εις ένα κύκλον αμαρτιών κατά τας δέκα εντολάς διαγραφόμενον. Ο Πνευματικός δεν έχει ή να χαρακτηρισθή κατά το είδος, εάν δηλαδή η υπό κρίσιν αμαρτία είναι αμαρτία κατά της πίστεως ή αμαρτία κατά του πλησίον και του ιδίου αμαρτάνοντος.
Ως αμαρτία απτομένη της δευτέρας και μεγάλης εντολής της αγάπης προς τον πλησίον και προς σεαυτόν δύναται να είναι αμαρτία έχουσα μητέρα την επιθυμίαν ή άλλην πηγήν, κατά την γνωστήν διαίρεσιν του αγίου πατρός Γρηγορίου Νύσσης. Πιστοποιών ότι η αμαρτία έχει μητέρα την επιθυμίαν, θα αναζητήση κατά το είδος της επιθυμίας και την ύλην της αμαρτίας, ίνα τοποθετήση αυτήν και εντάξη εις εν ωρισμένον γένος εκ των γνωστών αμαρτιών και θέση αυτήν υπό τον έλεγχον της οικείας εντολής και του οικείου κανόνος.
Δεν συγχωρείται μία αυθαίρετος και επιπόλαια κρίσις. Μη τοίνυν, παρατηρεί ο άγιος πατήρ Βασίλειος ο Μέγας, κατεδεξώμεθα συναπολλύσθαι τοις τοιούτοις. Αλλά φοβηθέντες το βαρύ κρίμα και την φοβεράν ημέραν της ανταποδόσεως του Κυρίου προ οφθαλμών λαβόντες, μη θελήσωμεν αμαρτίας αλλοτρίας συναπολλύσθαι. Βεβαίως κατά τον αυτόν άγιον Πατέρα η μετάνοια αφήσιν αμαρτίαν, αλλ’ η μετάνοια και η άφεσις προϋποθέτουσι μίαν διαδικασίαν, καθ’ ην δύο είναι οι κύριοι και μοναδικοί παράγοντες, ο Πνευματικός και ο αμαρτωλός. Ενώ η μετάνοια και ο τρόπος της εκδηλώσεως και εξαγορεύσεως αυτής είναι παράγοντες ουσιώδεις, δεν επιτρέπεται εν τούτοις να παραγνωρισθή και παραθεωρηθή το κανονικόν μέρος, όπερ προσφέρει το μέτρον, καθ’ ο ο Πνευματικός θα εκφέρη την κρίσιν του. Το κανονικόν μέρος δεν είναι τύπος απλούς, είναι ουσία, και προσμετρεί ευθύνας εις τον Πνευματικόν αναλόγως της προσεκτικής ή απροσεκτου, της ενσυνειδήτου ή ασυνειδήτου, σοβαράς ή επιπολαίας χρήσεως αυτού. Ο δικαστής δεν δύναται να απαγγείλη κατηγορίαν, ούτε να απαγγείλη απόφασιν, εάν δεν συμβουλευθή τους κειμένους νόμους και εάν δεν στηρίξη και την κατηγορίαν και την ετυμηγορίαν αυτού εις ωρισμένας διατάξεις.
Ομοίως και ο Πνευματικός έχει αναλόγους περιορισμούς. Οφείλει να αιτιολογήση και την κατηγορίαν και την ετυμηγορίαν βάσει των δέκα εντολών και των αρμοδίων Κανόνων και στηρίξη γραφικώς. Όπου ελλείπουσιν οι Κανόνες ανταποκρινόμενοι εις την ανάγκην, να θεραπεύη αυτήν η προσφυγή εις τας Αγίας Γραφάς.
Οι Ιεροί Κανόνες συνιστώσι το Κανονικόν, βάσει του οποίου ο Πνευματικός θα ενεργήση την εξομολόγησιν του προς αυτόν μεταβαίνοντος αμαρτωλού. Αι δε Άγιαι Γραφαί συνιστώσι τον Ιερόν Κώδικα των διατάξεων του Ευαγγελικού Νόμου. Οι άγιοι Πατέρες τους Κανόνας αυτούς διετύπωσαν στηριζόμενοι εις την Αγίαν Γραφήν, λαβόντες υπ’ όψιν και τους Αποστολικούς Κανόνας, ήτοι την πράξιν της Εκκλησίας των Αποστολικών χρόνων, την εγγυτάτην εις εκείνους. Ο Πνευματικός δεν δύναται να αφίσταται της τάξεως αυτής. Δεν είναι απόλυτος.
Χαρακτηρισμός μιας αμαρτίας κατ’ είδος
Ο Πνευματικός θα τοποθετήση την αμαρτίαν ενώπιον της Αγίας Γραφής και των Ιερών Κανόνων των Αγίων Πατέρων, θα παρακολουθήση αυτήν εν τη εξελίξει, αναπτύξει και εκτελέσει της, ήτοι εάν είναι αμαρτία κατά διάνοιαν, εν λόγω διαπραχθείσα, εν έργω, εν γνώσει ή εν αγνοία, εν ημέρα ή εν νυκτί, επιθυμία σαρκός, οφθαλμών ή αλαζονεία βίου, λαγνεία, μοιχεία, πορνεία, αρρενοφθορία, παιδεραστία κλπ.
Ευθύνη και εντολή
Δεν είναι πάσα αμαρτία επιτιμητή. Η διά των λογισμών επί την καρδίαν προσβολή της ηδονής ως αμαρτία μήπω απειργασμένη και ανεκτέλεστος το παράπαν είναι. Εδώ ο Πνευματικός οφείλει να σταθή σύνετος. Προσέβαλε τον ενώπιον του άνθρωπον εις πονηρός λογισμός. Πόθεν εξώρμησε ούτος; Έσωθεν έχει την αφορμήν ή έξωθεν την έφορμην; Ετυπώθη επάνω εις την οθόνην της φαντασίας και απησχόλησε πλατωνικώς, διότι υπάρχει και ο πλατωνικός έρως μετά πάθους ασκούμενος, ή απησχόλησε και τον παράγοντα της θελήσεως, προεκάλεσε ερεθισμόν, γαργαλισμόν τινά εν τη σαρκί, ευχάριστα αισθήματα ηδονής και απολαύσεως; Παρήλθε αποκρουσθείς; Πώς απεκρούσθη; Αφού προξένησε χώρον τινά ή άλλως πως; Τα ερωτήματα αυτά τυχόντα αποκρίσεως θα οδηγήσωσι τον Πνευματικόν εν ταις ενεργείαις του και εν τη ετυμηγορία αυτού. Τότε και μόνον τότε θα δυνηθή να είπη, εάν ο ανωτέρω Κανών του αγίου πατρός Ιωάννου του Νηστευτού δύναται να έχη εφαρμογήν ή όχι, και πώς.
Μία περίπτωσις πλατωνικού έρωτος είναι πάθος δεινόν. Οι παράδεισοι των εκ τούτου απολαύσεων κείνται εν τη φαντασία, τη συμμετοχή όλων των δυνάμεων της ψυχής και του σώματος. Δύναται μία προσβολή να είναι δι’ εικόνος ή διά του ενδιαθέτου λόγου, όστις διεξάγεται και εν μία ζώση παραστατική συζητήσει.
Ποία η αφετηρία; Ιδού πρόσφατοι ή απώτεραι παραστάσεις, εικόνες, θεάματα, γεγονότα, αναγνώσματα, συζητήσεις, συναντήσεις, αναστροφαί, αίτινες εύρον τόπον εν τη συνειδήσει ή παραμερισθείσαι ύπνουσιν εν τοις δώμασι του υποσυνειδήτου.
Προσέβαλε τούτον εξωτερικώς διά των ερεθισμών των πέντε αισθήσεων; Μη λησμονώμεν, ότι υπάρχει ως πάθος και η οφθαλμοδουλεία και οφθαλμοπορνεία. Εις αμφοτέρας μετέχουσι και ψυχικαί και σωματικαί δυνάμεις.
Ο λογισμός κατά ταύτα δεν είναι τι απλούν, είναι πολυσύνθετον και πολύπτυχο. Εν τω πλατωνικώ έρωτι το ίνδαλμα του κατατρώγοντος τον πεπλακέντα ή περιπλακείσαν εις αυτόν είναι πρόσωπον, πλάσμα της φαντασίας. Ο δε έρως διαβιβρώσκει μυστικώς και παθητικώτατα, ψυχήν, σώμα, νουν και καρδίαν.
Ο άγιος πατήρ Ιωάννης ο Νηστευτής τρία τινά επιτρέπει να συναγάγωμεν ως αίτια των τοιούτων λογισμών, τον διάβολον, τα διάφορα πάθη και την εκ προγόνων επί τα πονηρά εκ νεότητος εγκειμένην φύσιν του ανθρώπου.
Όπου η καρδιά ζητά δόξα, χάνει τον Θεό· όπου ταπεινώνεται, βρίσκει την αλήθεια και αναπαύεται.
Αγαπητοί φίλοι της σελίδας, παρακαλούμε να είστε ευγενικοί και κόσμιοι στις εκφράσεις σας, με σεβασμό, κατανόηση και αξιοπρέπεια, προς τους συνανθρώπους μας, όπως αρμόζει σε λογικούς ανθρώπους, αλλά και σε ενσυνείδητους Χριστιανούς οι οποίοι κάνουν πράξη τον Ευαγγελικό λόγο, «Αγαπάτε αλλήλους». Φυλάξτε το στόμα σας, από λόγια περιττά, πικρόχολα, ανώφελα, ασκηθείτε στην προσευχή του Ιησού, εγκρατευθείτε και ο Κύριος θα σας περιβάλλει με το ανεκτίμητο δώρο της αγάπης Του. Οι απόψεις της ιστοσελιδας μπορεί να μην ταυτίζονται με τα περιεχόμενα του άρθρου. Τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο την ιστοσελιδα. Οι διαχειριστές της ιστοσελιδας δεν ευθύνονται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, γενικά και εναντίον των συνομιλητών ή των συγγραφέων. Μην δημοσιεύετε άσχετα σχόλια με το θέμα. Με βάση τα παραπάνω με λύπη θα αναγκαζόμαστε να διαγράφουμε τα απρεπή και βλάσφημα σχόλια τα οποία δεν αρμόζουν στον χαρακτήρα και στο ήθος της σελίδας μας χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.