Παλαιό Ημερολόγιο :
06/03/2026
Νέο Ημερολόγιο :
19/03/2026
Lang1 Lang2 Lang3 Lang4 Lang4

KATHGORIES

Λόγος Δ΄. Περὶ μετανοίας. Ὠφέλιμος γιὰ ὅσους τὸν διαβάζουν μὲ πίστη καὶ εἰλικρινῆ ἀγάπη, μὲ προσοχὴ καὶ περίσκεψη.

Λόγος Δ΄. Περὶ μετανοίας.


Ὠφέλιμος γιὰ ὅσους τὸν διαβάζουν μὲ πίστη καὶ εἰλικρινῆ ἀγάπη, μὲ προσοχὴ καὶ περίσκεψη.


Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ

(Μέρος 2ο)


Ἐφόσον εἴμαστε τόσο ἀνελεήμονες πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς ἀδελφούς μας, ἀκόλαστη ψυχή μου, καὶ δὲν τοὺς δείχνουμε καμμία συμπόνια καὶ ἀνθρωπιά, πῶς δὲν φοβόμαστε τὴν φοβερὴ Κρίση καὶ τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς πεῖ «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιόν το ἠτοιμασμένον τῷ διαβόλω καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»; Γιατί; Γιατί «ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατε μοὶ φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατε μέ, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετε μέ, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετε μὲ Ἰ»[1]. Καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ προσθέτει: «ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἐνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε»[2]. Φοβερὸ εἶναι αὐτὸ τὸ ρητό, ἀκόλαστη ψυχή μου, καὶ τρομερὴ εἶναι ἡ καταδίκη, ἰδιαίτερα γιὰ μᾶς, τοὺς ἀκολάστους μοναχούς, ποῦ δῆθεν ἔχουμε ἀρνηθεῖ κάθε ἀδικία, κάθε ἀνομία καὶ κοσμικὴ ἀπληστία, καὶ δώσαμε ὅρκο στὸν Θεὸ νὰ ἀγαπήσουμε στὸ μέλλον τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐσπλαγχνία, τὴν εἰλικρινῆ ἀγάπη καὶ τὴν φιλανθρωπία σὲ κάθε ἄνθρωπο γενικῶς καὶ ἰδιαίτερα σὲ ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ δυστυχίες.
Ἀλλά, ξεχνοῦμε τοὺς ὅρκους μας καὶ φερόμαστε τόσο ἀπάνθρωπα στοὺς χωρικούς, τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἀποκαλεῖ ἀδελφούς Του, λέγοντας γι’ αὐτοὺς ξεκάθαρα διὰ στόματος τοῦ μακαρίου Δαυίδ: «ἀπὸ τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων, νῦν ἀναστήσομαι, λέγει Κύριος· θήσομαι ἐν σωτηρίω, παρρησιάσομαι ἐν αὐτῶ»[3]. Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ἐννοεῖ τὸ ἑξῆς. Μολονότι φαίνεται προσωρινὰ νὰ σιωπῶ μπροστά σε ὅσους ἀδικοῦν καὶ σὲ ὅσους μὲ διαφόρους τρόπους προσβάλλουν τοὺς πτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς, δὲν θὰ σιωπῶ πάντοτε, ἐπειδὴ μὲ κάθε τρόπο θὰ τοὺς ὑπερασπισθῶ καὶ θὰ ἐκδικηθῶ αὐτοὺς ποῦ τοὺς ἀδικοῦν. Τὸ ἴδιο δηλώνει ὁ Κύριος καὶ ἀλλοῦ διὰ στόματος τοῦ ἰδίου λέγοντας: «Κύριος φυλάσσει τοὺς προσηλύτους· ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται καὶ ὁδὸν ἁμαρτωλῶν ἀφανιεῖ»[4]. Καὶ ἀκόμη ἀλλοῦ λέγει: «ἔγνων ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν κρίσιν τῶν πτωχῶν καὶ τὴν δίκην τῶν πενήτων»[5]. Ἂν εἶναι ἔτσι, ψυχή μου, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀλλιῶς, τότε γιατί εἴμαστε τόσο ἀναίσθητοι σὲ αὐτά; Γιατί δὲν μᾶς φοβίζει ἡ παραβολὴ τοῦ Κυρίου γιὰ ἐκεῖνον τὸν ἄσπλαγχνο πλούσιο ποῦ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, καὶ τὸν πτωχὸ Λάζαρο, καθὼς καὶ γιὰ τὸ πῶς οἱ παρθένες διώχτηκαν ἀπὸ τὸν θεῖο γάμο; Καὶ ἀκόμη περισσότερο, πῶς νὰ μὴν μᾶς πείσει αὐτὸς ὁ φιλάργυρος, ποῦ τὸν ἐπιτίμησε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ Κύριος λέγοντας: «Ἄφρον, ταύτη τὴ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτούσιν ἀπό σου· ἃ δὲ ἠτοίμασας τίνι ἔσται»[6]; Ἡ μήπως δὲν γνωρίζεις, ψυχή, τὸ σοφὸ ρητό του προφητάνακτος Δαυίδ: «Ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἄφρων καὶ ἄνους ἀπολοῦνται καὶ καταλείψουσιν ἀλλοτρίοις τὸν πλοῦτον»[7]. Ἀληθῶς ἄφρων εἶναι καὶ θεωρεῖται ὁποῖος δὲν καταλαβαίνει τὸ «τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιά του Θεοῦ καθήμενος», ὅπως λέγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ποῦ μᾶς προτρέπει λέγοντας: «Τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· ἀπεθάνετε γάρ, καὶ ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῶ»[8]. Ἄφρων καλεῖται αὐτός, ἐπειδὴ κατανοεῖ τὴν δύναμη τῶν θείων ἐντολῶν ἀσεβῶς καὶ ἐσφαλμένα, καὶ γι’ αὐτὸ περιπλανιέται στὰ σταυροδρόμια τῶν προσωρινῶν ἀπολαύσεων καὶ ματαιοτήτων αὐτοῦ του κόσμου, ἀπολαμβάνοντας καὶ χαιρόμενος μὲ αὐτά, ὅπως τὸ σκουλήκι χαίρεται τὴν λάσπη, στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ σέρνεται καὶ στὴν ὁποία θὰ πεθάνει, ὅταν αὐτὴ ξεραθεῖ.
Νὰ ἐγερθοῦμε ἐπὶ τέλους, ψυχή μου, καὶ νὰ καθαρίσουμε τὰ νοερὰ μάτια μας ἀπὸ τὴν σαπίλα ποῦ μαζεύτηκε μέσα τους ἐξαιτίας τῆς ἀπειθαρχίας καὶ τῆς παραφροσύνης μας. Νὰ κατανοήσουμε ὅτι τὸ καθετὶ ποῦ μᾶς ἀφορᾶ πρέπει νὰ γίνεται σύμφωνα μὲ τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ νὰ προσπαθήσουμε νὰ βελτιώσουμε τὸν ἑαυτό μας. Νὰ μοιράσουμε καλῶς, σύμφωνα μὲ τὴν θέληση τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ ποῦ μαζέψαμε κακῶς, ἀντίθετα πρὸς τὶς θεῖες ἐντολές. Ἄν, ἡ ἀλήθεια ἐκείνου ποῦ μοίρασε στοὺς ἐνδεεῖς τὸν πλοῦτο τοῦ παραμένει μαζί του εἰς τὸν αἰώνα, ἡ ἀδικία τοῦ ἀσπλάγχνου παραμένει καὶ αὐτὴ μαζί του στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες μέσα στὶς φλόγες τῆς κολάσεως. Γιὰ ἐκεῖνον τὸν ἀνελεήμονα ἔχει εἰπωθεῖ δίκαια· «τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωή σου»[9]. Ἃς μιμηθοῦμε, ψυχή μου, ἐκεῖνον τὸν σοφὸ οἰκοδεσπότη ποῦ ὑποδέχτηκε τὸν Σωτήρα καὶ εἶπε: «Ἰδοὺ τὰ ἡμίση των ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἰ τινὸς τί ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν»[10].
Ἃς ἔχουμε, ψυχή μου, καλὴ μετάνοια καὶ ἐπαινετὴ βούληση, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἀκούσουμε αὐτὴν τὴν θεία φωνή: «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκω τούτω ἐγένετο»[11]. Ἕως πότε θὰ παραμείνουμε κουφοὶ στὴν θεία διδασκαλία, ποῦ μᾶς διατάζει λέγοντας: «Μὴ ἐλπίζετε ἐπ’ ἀδικίαν καὶ ἐπὶ ἁρπάγματα μὴ ἐπιποθεῖτε· πλοῦτος ἐὰν ρέη, μὴ προστίθεσθε καρδίαν»[12];
Ἃς φοβηθοῦμε, ψυχή, ἃς φοβηθοῦμε τὴν ἀπειλὴ τοῦ θείου διδασκάλου, ποῦ λέγει: «Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὁλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις. Ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπεν καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν. Ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται, καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμὶν ἔσται καὶ φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν ὡς πῦρ. Ἐθησαυρίσατε ἐν ἐσχάταις ἡμέραις»[13]. Αὐτὴ ἡ δίκαιη ἀπειλὴ ἀφορᾶ ἰδιαιτέρως ἐμᾶς, ἀκόλαστη ψυχή, ποῦ μαζεύουμε πολὺ πλοῦτο, ἐνῶ δὲν θέλουμε νὰ δώσουμε οὔτε ὀβολὸ στοὺς ζητιάνους, μολονότι αὐτοὶ μὲ δάκρυα πέφτουν στὰ πόδια μας καὶ παρακαλοῦν, καὶ ὅμως ἐμεῖς τοὺς προσπερνοῦμε καὶ δὲν θέλουμε οὔτε νὰ τοὺς βλέπουμε. Γι’ αὐτὸ δὲν θὰ μᾶς ἐλεήσει ὁ δίκαιος Κριτής, ἀφοῦ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ἐλεοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας, ποῦ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὸ κρύο: «ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος»[14]. Καὶ οὔτε θὰ γευθοῦμε τὰ ἀγαθά, ποῦ ἑτοιμάστηκαν γιὰ τοὺς δίκαιους, ἀφοῦ πεινᾶμε καὶ διψᾶμε γιὰ τὴν ἀδικία καὶ ὄχι τὴν δικαιοσύνη.
Ἃς μὴ μείνουμε, ψυχή μου, σὲ αὐτὸ τὸ σκοτάδι τοῦ νοῦ καὶ σὲ αὐτὴν τὴν πώρωση, ἀλλὰ ἃς φοβηθοῦμε τὴν τρομερὴ ἀπειλὴ Αὐτοῦ, ποῦ λέγει: «Πλὴν οὐαὶ ὑμὶν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν. Οὐαὶ ὑμὶν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε. Οὐαὶ ὑμὶν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε»[15]. Ἃς ἀφήσουμε ὅλη αὐτὴν τὴν ἀπιστία πρὸς τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ἀγανακτεῖ ἡ καρδιά μας.
«Τὶς οἶδεν εἰ μετανοήσει ὁ Θεὸς καὶ ἀποστρέψει ἐξ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ ἀπολώμεθα»[16]; Οἱ παραβάτες τῶν ἁγίων ἐντολῶν Του ἀπὸ μεγάλη περιφρόνηση καὶ ἀδιαφορία φέρονται ἀπερίσκεπτα, νομίζοντας ὅτι κατὰ τὴν τελευταία πνοή τους θὰ ἐξιλεωθοῦν δείχνοντας μετάνοια, ἂν καὶ κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι πραγματική, ἐνώπιόν του δικαίου Κριτὴ γιὰ ὅλα αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποῖα στὴν διάρκεια ὁλόκληρής της ζωῆς τοὺς τὸν ἐξόργιζαν συνειδητὰ καὶ ἑκούσια. Βεβαίως καλὴ εἶναι, ψυχή μου, ἡ μετάνοια, ποῦ δίδεται ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν τελευταία μας πνοὴ μὲ δάκρυα καὶ μεγάλη θλίψη τῆς καρδιᾶς, μὲ πικροὺς στεναγμοὺς καὶ μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν κλαπέντων. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ μετάνοια εἶναι καλὴ γιὰ ὅσους, λόγω τῆς ἀγνοίας τῆς μελλούσης Κρίσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀναμενομένων βασάνων, ζοῦσαν ἄνομα.
Ἀμφιβάλλω ὅμως ἂν δοθεῖ αὐτὸ τὸ ἀγαθὸ σὲ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν, ποδοπατοῦν ἑκούσια τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νομίζουν ὅτι κατὰ τὴν τελευταία πνοή τους θὰ ἐξιλεωθοῦν ἐνώπιόν του φοβεροῦ Κριτῆ. Ἐπειδὴ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς φεύγουν αἰφνιδίως ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή, χάνοντας, πρὶν πεθάνουν, τὸ δῶρο τῆς ὁμιλίας καὶ τὴν συνείδησή τους καὶ παρουσιάζοντας ἐλεεινὸ θέαμα σὲ αὐτοὺς ποῦ τοὺς βλέπουν, ἀφοῦ μένουν ἄφωνοι καὶ ἀκίνητοι καὶ ὑποφέρουν φοβερὰ βάσανα γιὰ πολλὲς ἡμέρες. Κάποιοι ἄλλοι ἔφυγαν ἀμέσως χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρία γιὰ μετάνοια. Ἐπειδὴ τὰ γνωρίζει ὅλα αὐτά, πολὺ σωστὰ ὁ ἱερὸς ψαλμωδὸς μᾶς προτρέπει λέγοντας: «Σύνετε δὴ ταῦτα οἱ ἐπιλανθανόμενοι τοῦ Θεοῦ, μήποτε ἁρπάση καὶ οὐ μὴ ἡ ὁ ρυόμενος»[17]. Ποιοὶ εἶναι, ψυχή μου, αὐτοὶ «οἱ ἐπιλανθανόμενοι τοῦ Θεοῦ»; Δὲν εἶναι αὐτοί, ποῦ ποδοπατοῦν συνειδητὰ τὶς σωτήριες ἐντολές Του, ἂν καὶ γνωρίζουν καλὰ τὴν Ἁγία Γραφή; Τὸν λόγο μᾶς ἐπιβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ θεϊκὸς ψαλμωδός, ποῦ τὸν ὑμνεῖ σαφῶς λέγοντας: «Τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ του ποιῆσαι αὐτᾶς»[18].
Ἀπὸ αὐτὸ εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ «μεμνημένοι τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ του ποιῆσαι αὐτᾶς», δηλαδὴ αὐτοὶ ποῦ τὶς ἐκτελοῦν εἶναι αὐτοὶ ποῦ θυμοῦνται τὸν Θεό, ἐνῶ αὐτοὶ ποῦ ποδοπατοῦν τὶς ἐντολὲς Τοῦ θεωροῦνται δικαιολογημένα ὡς αὐτοὶ ποῦ λησμονοῦν τὸν Θεό. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο καὶ Αὐτὸς τοὺς λησμονεῖ, ὅπως τὸ λέγει ὁ ἴδιος διὰ τοῦ προφήτη Του, τοῦ Ὠσηέ, πρὸς αὐτοὺς ποῦ ποδοπάτησαν τὶς ἐντολὲς Τοῦ Π τοὺς ἀχαρίστους Ἰουδαίους: «Ὠμοιώθη ὁ λαός μου ὡς οὐκ ἔχων γνῶσιν· ὅτι σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, καγῶ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοί· καὶ ἐπελάθου νόμον Θεοῦ σου, καγῶ ἐπιλήσομαι τέκνων σου. Κατὰ τὸ πλῆθος αὐτῶν οὕτως ἥμαρτον μοί· τὴν δόξαν αὐτῶν εἰς ἁμαρτίαν θήσομαι»[19]. Κάνουν φοβερὸ λάθος, ψυχή μου, ὅσοι ἁμαρτάνουν ἐν γνώσει τους καὶ ἐλπίζουν νὰ λάβουν τὴν σωτηρία μὲ τὴν ἀνέφικτη καὶ ἄγνωστη μετάνοια κατὰ τὴν τελευτή τους: «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται»[20], λέγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος.
Γι’ αὐτὸ ἃς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ αὐτὴν τὴν πλάνη τῆς ψυχῆς καὶ ἃς μετανοήσουμε ἐνώπιόν του Θεοῦ, ὅσο μᾶς τὸ ἐπιτρέπουν ἡ ἄκρα φιλανθρωπία καὶ ἡ Χάρη Του. Ἐπειδὴ «καιρῶ δεκτῶ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρα σωτηρίας ἐβοήθησα σοί· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας»[21]. «Ἀποθώμεθα οὒν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτὸς»[22]. Ἀλλὰ ὅμως εἴπαμε ἀρκετὰ γι’ αὐτό.
Ἃς δοῦμε τώρα, ἂν θέλεις, ἂν ζοῦμε τὴν ζωὴ μᾶς σύμφωνα καὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους μακαρισμούς. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τὴ καρδία ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»[23]. Ἐδῶ, ψυχή, ἔχω μία μεγάλη ἀπορία. Πῶς νὰ ἐπαινέσω ἄξια τὴν ἄρρητη καὶ ἐξαιρετικὰ γενναιόδωρη χάρη, ποῦ μᾶς χαρίζει ὁ φιλάνθρωπος Κύριος; Στοὺς μακαρισμούς, ποῦ ἔχουμε ὡς τώρα ἀναφέρει, ἔχουν δοθεῖ ὡς ἀνταμοιβὴ οἱ κατάλληλες τιμὲς ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ καθενὸς καὶ στὸν βαθμὸ τῆς βελτιώσεώς του. Ἐδῶ ὁ Κύριος ὑπόσχεται τὴν ὑψηλοτάτη κορυφὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ποῦ συνίσταται στὸ νὰ δοῦμε πρόσωπο μὲ πρόσωπο, μυστικὰ καὶ νοερά, τὴν ἀπαθῆ καὶ μακάρια οὐσία Του. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία ὁ θεῖος ψαλμωδὸς λέγει: «Ὃν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγᾶς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σε, ὁ Θεός. Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα· πότε ἤξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπω τοῦ Θεοῦ;»[24]. Σὲ ἄλλο χωρίο λέγει: «Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναι μοὶ τὴν δόξαν σου»[25]. Ἐδῶ ὁ προφήτης ἀποκαλεῖ χορτασμὸ τὴν πιὸ τέλεια μυστική, ἄρρητη καὶ ἀκόρεστη ἀπόλαυση τοῦ θείου κάλλους καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία θὰ ἀξιωθοῦν ὅσοι καθάρισαν ἀρκετὰ τὶς καρδιές τους, ὄχι μόνο ἀπὸ ὅλα τα μιάσματα τῆς σάρκας καὶ τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάθε ψυχικὴ ἀρρώστια, δηλαδὴ τὴν ὀργή, τὸν θυμό, τὸν φθόνο, τὴν σατανικὴ ὑπερηφάνεια, τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν καταδίκη του συνανθρώπου, καθὼς καὶ γενικῶς κάθε κακὴ πράξη, τὴν πονηριά, τὴν δολοπλοκία, τὸν δόλο καὶ τὶς πονηρὲς σκέψεις. Μὲ ὅλα αὐτά, ἀκόλαστη ψυχή, νοσεῖ ἡ καρδιά μας καὶ ἀκόμη πλήττεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς νόσους μὲ διάφορους τρόπους, παραμένοντας ἀναίσθητη.
Γιὰ νὰ εἶσαι βέβαιη ὅτι αὐτὸ ὄντως εἶναι ἔτσι, ἃς ἐξετάσουμε προσεκτικά, ψυχή μου, τὶς πονηρὲς σκέψεις ποῦ ὑπάρχουν στὴν καρδιά μας. Ὁπωσδήποτε ἐκεῖ θὰ βρεῖς νὰ κρύβονται ἡ κάθε παρανομία καὶ ἡ καθόλου θεάρεστη ὑψηλοφροσύνη τῶν Φαρισαίων, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας δικαιολογεῖς σὲ ὅλα τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν θεωρεῖς καλύτερο ἀπὸ τὸν καθένα ποῦ ἀσκεῖται στὴν ἀρετή, καὶ κάθε ἄνθρωπο τὸν θεωρεῖς χειρότερο ἀπὸ σένα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς ζεῖ μία ἁγία ζωή. Ἂν τυχαίνει ὁ πλησίον σου νὰ ἁμαρτάνει σὲ κάτι λόγω τῆς ἀδυναμίας τῆς σάρκας του, τὸν καταδικάζεις ὡς Φαρισαῖος, τὸν ἀποδοκιμάζεις καὶ δὲν παύεις μὲ κάθε τρόπο νὰ τὸν ἐπικρίνεις μπροστά σε ὅλους τους ἀνθρώπους. Ἂν ὅμως τὸν βλέπεις νὰ ζεῖ ἐνάρετα καὶ νὰ ἐπαινεῖται ἀπὸ ὅλους, ἡ καρδιά σου ἀμέσως πληγώνεται ἀπὸ τὸ βέλος τῆς ζήλειας καὶ σὲ κυριεύει θλίψη ἐξαιτίας τῆς ἐνάρετης ζωῆς τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἐπειδὴ αὐτὸς ἀποδείχθηκε καλύτερος ἀπὸ ἐσένα μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀφοῦ εἶσαι ἀναστατωμένη καὶ πληγωμένη ἀπὸ τὸ βέλος τῆς ζήλειας, ἀρχίζεις νὰ τὸν μισεῖς καὶ προσπαθεῖς μὲ κάθε τρόπο νὰ τοῦ βάλεις ἐμπόδιο καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνεις ἀπὸ τὸν ἀγώνα του πρὸς τὸ καλύτερο.
Καὶ ποιὰ εἶναι τὰ μιάσματα τῶν κρυφῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν μας; Εἶναι ἀληθῶς τρομερά, ἀπαίσια καὶ πολύμορφα. Ἐπειδὴ μᾶς ἀναστατώνουν ὄχι μόνο το τυχαῖο βλέμμα σὲ μία γυναίκα ἡ στὸ ὄμορφο πρόσωπο ἑνὸς ἐφήβου, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἴδια ἡ φωνή τους, ὅταν τὴν ἀκούσουμε, ἥ τα ἐνδύματά τους ποῦ βρέθηκαν στὰ χέρια μας. Ἀλλὰ γιατί νὰ μιλῶ γιὰ τὴν ὅραση, τὴν φωνὴ καὶ τὰ ἐνδύματα; Πολλὲς φορὲς –μόνο μία, ἡ πιὸ ἀμυδρὴ σκέψη ἡ ἡ ἀκόλαστη ἀνάμνηση γι’ αὐτούς– προκαλοῦν αἰφνιδίως τὴν ἐπιθυμία τῆς σάρκας, καῖνε τὴν καρδιὰ μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ φλόγα, ὥστε ἡ σάρκα ἀρχίζει τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ μαίνεται καὶ νὰ παραφρονεῖ. Πῶς θὰ γίνουμε ἀντάξιοί της χάρης τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ εἴμαστε μιασμένοι μὲ τόσους τρόπους στὴν σάρκα καὶ τὸν νοῦ μας; Εἶναι ἀδύνατο, τελείως ἀδύνατο, ψυχή μου, νὰ λάβουμε τὴν Χάρη, πρὶν νὰ νεκρώσουμε «τὰ μέλη ἠμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία»[26], σύμφωνα μὲ τὸν θεῖο Ἀπόστολο, ὁ ὁποῖος λέγει: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον»[27]. Πῶς ὅμως νὰ νεκρωθοῦν «τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γῆς», ὅταν τρῶμε ἄφθονα νοστιμότατα φαγητά, λαμβάνουμε πάντοτε χρυσάφι καὶ ἀσήμι, ἀλλὰ καὶ τιμὴ καὶ δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν εἴμαστε βυθισμένοι στὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ στὴν δόξα καὶ πάντοτε σκοτίζεται ὁ νοῦς μας ἀπὸ τὴν ὀργή, τὸν θυμό, τὴν ζήλεια καὶ τὸν φθόνο; Ἐμεῖς, ψυχή μου, ἔχουμε φύγει ἀπὸ τὴν ἐνάρετη καὶ ἀπλανῆ κατοικία τῶν ὁσίων μοναχῶν καὶ πορευόμαστε ἀπερίσκεπτα «ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως»[28], ὄχι ὅμως ὅπως πορευόταν ὁ Παῦλος καὶ οἱ ἄλλοι ζηλωτὲς τῶν ἐπουρανίων ἀγαθῶν. Αὐτοὶ ἀμέσως ἐγκατέλειψαν τὴν πατρίδα τους, τοὺς γονεῖς, τοὺς συγγενεῖς, τὸ ἄφθονο φαγητὸ καὶ κάθε σωματικὴ ἡσυχία καὶ ἔφυγαν ἀνεπιστρεπτὶ γιὰ τὶς πιὸ ἀπόμακρες ἐρήμους, σηκώνοντας τὸν σταυρό τους, δηλαδὴ τὴν ἑκούσια νέκρωση τῶν σαρκικῶν καὶ πνευματικῶν παθῶν καὶ ἐπιθυμιῶν, ἀκολουθώντας σταθερὰ τὴν σωτήρια ἐντολὴ τοῦ Κυρίου τους, ὁ ὁποῖος λέγει: «Εἰ τὶς θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοὶ»[29]. Καὶ ἀλλοῦ λέγει: «Οὕτως οὒν πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πάσι τοῖς ἐαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητὴς»[30].
Ἑπομένως, ψυχή μου, θὰ πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε ὄχι μόνο ὅλα τα κτήματά μας, ἀλλὰ καὶ τὶς ἴδιες τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὰ σαρκικά μας πάθη, καὶ μὲ ὅλη τὴν ψυχή μας νὰ μισήσουμε τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀγαπήσουμε ἀληθινὰ τὴν μέλλουσα δόξα καὶ ζωή. Ἐπίσης νὰ ζήσουμε τὴν ζωή μας μὲ κάθε ταπεινοφροσύνη, μὲ εὐσέβεια καὶ μὲ ἦθος. Καὶ ἀφοῦ πράξουμε ὅλα αὐτά, ἃς ποῦμε μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς καρδιᾶς μᾶς μαζὶ μὲ τὸν προφητάνακτα: «Ἐγὼ δὲ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ»[31]. Ἂν ἀξιωθοῦμε, ψυχή, νὰ ὑπομείνουμε τὴν θλίψη, τὴν στενοχώρια, τὴν ἁρπαγὴ τῶν κτημάτων μας, τὶς πληγές, τοὺς διωγμούς, τὴν φυλακὴ καὶ τὸν θάνατο γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη στὸν Θεό, ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας θὰ εἶναι γιὰ μᾶς σταθερή, σύμφωνα μὲ τὸν θεῖο ὁρισμὸ ποῦ λέγει: «Μακάριοι ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν»[32].
Καὶ ὅσο διατηροῦμε, ψυχή μου, τὶς προηγούμενες κοσμικές μας συνήθειες καὶ δὲν ἀποβάλλουμε τὸν παλαιό μας ἄνθρωπο μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες του, τόσο θὰ ἀναφωνῶ μαζὶ μὲ τὸν Δαυίδ: «Εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων. Εἰς μάτην ὑμίν ἐστι τὸ ὀρθρίζειν, ἐγείρεσθαι μετὰ τὸ καθῆσθαι, οἱ ἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης»[33]. Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι, ἀντιθέτως πρὸς τὴν εὐαγγελικὴ ἐντολή, κατὰ τὴν διάρκεια ὅλης της ζωῆς τοὺς τρῶνε μὲ κάθε ἀδικία καὶ ἀπληστία τὰ ἔργα τοῦ ἱδρώτα τῶν πτωχῶν καὶ δὲν θέλουν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνομία, τρῶνε ἀληθινὰ τὸν ἄρτο τῆς ὀδύνης καὶ ὄχι τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς. Αὐτοὶ δὲν προσπαθοῦν νὰ καταλάβουν ὀρθὰ καὶ θεάρεστα τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ποῦ λέγει: «Ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἡ ὁλοκαυτώματα»[34]. «Μακάριος ὁ συνιῶν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα», λέγει. Γιατί; Διότι «ἐν ἡμέρα πονηρὰ ρύσεται αὐτὸν ὁ Κύριος»[35]. Καὶ ὁποῖος τρώει τὸν πτωχὸ καὶ τὸν καταπιέζει, ζητώντας καθημερινά τους τόκους, εἶναι ξένος πρὸς αὐτὴν τὴν μακαριότητα. Αὐτὸς δὲν θὰ λάβει τὴν μακαριότητα καὶ τὴν σωτηρία «ἐν ἡμέρα πονηρά», ἐπειδὴ οἱ ἄδικοι καὶ οἱ τοκογλύφοι δὲν κληρονομοῦν τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Μηδεὶς ὑμᾶς ἀπατάτω κενοῖς λόγοις· διὰ ταῦτα γὰρ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας»[36]. Καὶ ἂν λόγω τῶν παραβάσεων τῶν προαναφερομένων ἐντολῶν «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας», τότε εἶναι φανερὸ ὅτι λόγω τῶν ἀντιθέτων, δηλαδὴ τῆς ἀληθείας, τῆς σωφροσύνης, τῆς φιλοπτωχείας καὶ τῆς συμπόνιας σὲ ὅσους ζοῦν στὴν θλίψη, «ἔρχεται» ἀπὸ τὸν Θεὸ κάθε χάρη καὶ εὐλογία στοὺς «υἱοὺς» τοὺς θεοσεβεῖς, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια: «Ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν. Πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακά του ἐξολοθρεῦσαι ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν»[37].
Ἔτσι, ψυχή μου, ἀπὸ πολλὰ καὶ διάφορα θεόπνευστα ρητά του Ἁγίου Πνεύματος μάθαμε τὴν φιλανθρωπία τοῦ ἀγαθοῦ Κυρίου μας καὶ τὴν ἀγαθότητά του πρὸς ὅσους Τὸν φοβοῦνται λόγω καὶ ἔργω. Ἐπίσης μάθαμε καὶ τὴν φοβερὴ «ὀργὴ Θεοῦ» ποῦ «ἀποκαλύπτεταιΙ ἀπ’ οὐρανοῦ ἐπὶ πάσαν ἀσέβειαν καὶ ἀδικίαν ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικία κατεχόντων»[38], ποῦ ποδοπατοῦν τὶς σωτήριες ἐντολές Του καὶ ζοῦν ἀνάξια του εὐαγγελικοῦ καὶ ἀποστολικοῦ βίου, καὶ πρωτίστως ἠμῶν τῶν ἰδίων, ποῦ ἐν γνώσει μᾶς παραβαίνουμε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας. Ἃς μὴ μένουμε λοιπὸν στὴν ἄγνοια καὶ στὴν ἀναισθησία μας, μέσα στὶς ὁποῖες ζήσαμε τὸν προηγούμενο χρόνο τῆς ἀκόλαστης ζωῆς μας, ἀλλὰ ἃς ἐγερθοῦμε ἀμέσως ἀπὸ τὸν βαθὺ ὕπνο τῆς ἀναισθησίας καὶ ἃς φοβηθοῦμε μὲ ὅλη τὴν ψυχὴ μᾶς τὴν πραγματικὰ φοβερὴ ἡμέρα τῆς Κρίσεως καὶ ἀκόμη περισσότερο ἐκείνη τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ποῦ ἔρχεται αἰφνιδίως, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουμε τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ὥρα, ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Κύριός μας[39]. Ἃς εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι καὶ ἃς ἀγρυπνοῦμε ἐφαρμόζοντας ἐπιμελῶς τὶς ἅγιες ἐντολές Του, στολίζοντας τὸν ἑαυτό μας μὲ τὶς καλὲς καὶ θεάρεστες πράξεις τῆς ἁγιότητας, τῆς ἀληθείας καὶ τῆς θεοπρεποὺς εὐσπλαγχνίας πρὸς ὅλους ἀνεξαιρέτως αὐτοὺς ποῦ ζοῦν στὴν θλίψη καὶ τὴν ἔνδεια. Ἔτσι θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βρεθοῦμε ἐν δεξιά του δίκαιου Κριτῆ καὶ θὰ ἀκούσουμε μαζὶ μὲ ὅλους τους δίκαιους τὴν πολυπόθητη καὶ μακαριότατη ἀπόφαση: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἠτοιμασμένην ὑμὶν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου»[40]. Ἂν πιστεύουμε στὸν Χριστὸ Σωτήρα μὲ ὅλη τὴν ψυχή μας καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ φθάσουμε στὴν ἀτελεύτητη βασιλεία Του, τότε ἃς ἀποδείξουμε τὴν πίστη μας στὶς ἅγιες ἐντολές Του μὲ ἔργα καὶ ὄχι μόνο μὲ λόγια καὶ μὲ αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ κουρέλια, ἐπειδὴ ἡ πίστη χωρὶς ἔργα εἶναι νεκρὴ[41] καὶ τελείως ἄχρηστη.
Πρὸς τοὺς ἀναγνῶστες αὐτοῦ του Λόγου
Ἐσεῖς ποῦ χαίρεστε μὲ τὴν εὐαγγελικὴ καὶ ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ νομοθεσία, νὰ δεχθεῖτε μὲ ἀγαλλίαση τὴν πνευματικὴ δύναμη αὐτοῦ του Λόγου καὶ νὰ τὸν μετατρέψετε μὲ τὴν καλοσύνη σας σὲ ἔργο. Νὰ προσπαθήσετε νὰ τὸν δεχθεῖτε μὲ ἀγάπη καὶ νὰ τὸν προσέξετε χωρὶς ἀμφιβολίες, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ Λόγος περὶ μετανοίας περιέχει μέσα του μεγάλο ὄφελος. Νὰ ἀνταμείψετε, σᾶς παρακαλῶ, τὸν συγγραφέα αὐτοῦ του λόγου μὲ τὶς προσευχές σας, γιὰ νὰ ἀξιωθῶ καὶ ἐγὼ μαζί σας νὰ κάνω πράξη τὴν διδασκαλία του. Κανεὶς ἀπὸ σᾶς ἃς μὴ μὲ θεωρεῖ, σᾶς ἱκετεύω, ὡς αὐτὸν ποῦ ἔχει ἐκτελέσει πλήρως ὅσα λέγει ὁ λόγος αὐτός, ἐπειδὴ εἶμαι ἀληθινά το ἄκαρπο αὐτὸ δένδρο, δίπλα στὸ ὁποῖο «ἤδη [δὲ] καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν [τῶν δένδρων] κεῖται· πᾶν οὒν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται»[42]. Εἶμαι ἐκεῖνος ὁ δρόμος καὶ ἐκεῖνες οἱ πέτρες καὶ ἐκεῖνα τὰ ἀγκάθια, ὅπου πέφτει ὁ σπόρος ποῦ ἔριξε ὁ οὐράνιος Σπορέας καὶ πεθαίνει χωρὶς νὰ Τοῦ φέρει καρπὸ[43]. Εἶμαι τὸ ἄχυρο ποῦ καίει τὸ αἰώνιο πῦρ[44]. Γι’ αὐτό, σᾶς παρακαλῶ, νὰ προσεύχεστε γιὰ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, ὥστε νὰ ἀξιωθῶ καὶ ἐγὼ μαζὶ μὲ τὴν ἁγιότητά σας νὰ γίνω τὸ καθαρὸ σιτάρι, ποῦ μαζεύουν στοὺς αἰώνιους σιτοβολῶνες τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τοῦ Κυρίου τῶν ὅλων, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δόξα Τῷ Κυρίω εἰς αἰώνα τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

Αγαπητοί φίλοι της σελίδας, παρακαλούμε να είστε ευγενικοί και κόσμιοι στις εκφράσεις σας, με σεβασμό, κατανόηση και αξιοπρέπεια, προς τους συνανθρώπους μας, όπως αρμόζει σε λογικούς ανθρώπους, αλλά και σε ενσυνείδητους Χριστιανούς οι οποίοι κάνουν πράξη τον Ευαγγελικό λόγο, «Αγαπάτε αλλήλους». Φυλάξτε το στόμα σας, από λόγια περιττά, πικρόχολα, ανώφελα, ασκηθείτε στην προσευχή του Ιησού, εγκρατευθείτε και ο Κύριος θα σας περιβάλλει με το ανεκτίμητο δώρο της αγάπης Του. Οι απόψεις της ιστοσελιδας μπορεί να μην ταυτίζονται με τα περιεχόμενα του άρθρου. Τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο την ιστοσελιδα. Οι διαχειριστές της ιστοσελιδας δεν ευθύνονται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, γενικά και εναντίον των συνομιλητών ή των συγγραφέων. Μην δημοσιεύετε άσχετα σχόλια με το θέμα. Με βάση τα παραπάνω με λύπη θα αναγκαζόμαστε να διαγράφουμε τα απρεπή και βλάσφημα σχόλια τα οποία δεν αρμόζουν στον χαρακτήρα και στο ήθος της σελίδας μας χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.