«Ουδείς υμνήσαι τον Θεόν, ουδέ τα του Θεού, εάν μη πληρωθή παρ᾿ αυτού σοφίας και αινέσεως», λέγει ο Ησύχιος Ιεροσολύμων.

«πέφυκε την γλώσσαν δεσμείν, εμφράττειν το στόμα, άγχειν και σιωπάν αναγκάζειν». Η προς Θεόν υμνωδία αποτελεί «εκ Θεού λήψιν και προς Θεόν δόσιν». Θεοδωρητος Κυρου
Ο άνθρωπος, το μόνο λογικό ον της αισθητής κτίσεως, μέσα στην ωραιότητα και την αρμονία του παραδείσου, υμνούσε, ευχαριστούσε και δοξολογούσε τον Θεό, μιμούμενος τους Αγγέλους. Ο προφήτης Ησαΐας, που είδε σε όραμά του τα Σεραφείμ να ψάλλουν αντιφωνικά και ασίγητα δοξολογικούς και ευχαριστιακούς ύμνους, γράφει: «Και εγένετο του ενιαυτού, ού απέθανεν Οζίας ο Βασιλεύς, είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου και πλήρης ο οίκος της δόξης αυτού. Και Σεραφείμ ειστήκεισαν κύκλω αυτού… και εκέκραγεν έτερος προς τον έτερον και έλεγον· “Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού”».
Την ευχαριστιακή και δοξολογική αυτή αρμονία, στην οποία μετείχε και ολόκληρη η δημιουργία, επιβουλεύθηκε ο Εωσφόρος. Θέλησε να σφετεριστεί την δόξα του Θεού δημιουργού και να δοξολογείται ο ίδιος ως δημιουργός. Και όταν κατόρθωσε να παρασύρει τον άνθρωπο και να τον απομακρύνει από την κοινωνία του με τον Θεό, έφερε στον κόσμο την σύγχυση και την δυσαρμονία.
Παρά ταύτα ο άνθρωπος δεν έπαυσε να έχει τον πόθο για το κάλλος και την αρμονία μέσα του. Και αισθανόταν πάντοτε την ανάγκη να εκφράζει τον πόθο του αυτόν αναφερόμενος στην πηγή του κάλλους και της αρμονίας, τον Θεό. Γι’ αυτό βλέπουμε ότι η τάση αυτή υπάρχει σε όλους τους λαούς όλων των εποχών. Ο Μέγας Βασίλειος λέγει· «η μεν ουν του δοξάζειν τον Θεόν επιθυμία, πάσι τοις λογικοίς κατά φύσιν, ενέσπαρται». Και την αποτύπωση της τάσεως αυτής την διαπιστώνουμε στις διάφορες τέχνες που καλλιεργεί ο άνθρωπος.
Σε όσους γνωρίζουν τον αληθινό Δημιουργό, αυτό το ίδιο το Άγιον Πνεύμα οδηγεί την καρδιά και τα χείλη τους στην υμνωδία Του, διά μέσου του φωτισμού της διανοίας και της αποκαλυπτικής Του δυνάμεως. Όσοι όμως δεν προσέγγισαν την αλήθεια ως αποκάλυψη ανέπτυξαν διαφόρους τρόπους μουσικής τέχνης, είτε προς ανθρώπινη τέρψη και ηδονή, είτε ως λατρευτική μουσική προς διάφορες θεότητες, που αποτελεί κακέκτυπη ανάμνηση της ευχαριστιακής και δοξολογικής υμνωδίας των πρωτοπλάστων στον παράδεισο.
Η πρώτη αποκαλυπτική και προφητική συνάμα πράξη ψαλμωδίας που εμφανίζεται στην ιστορία του «περιουσίου» λαού του Θεού αναφέρεται στην Έξοδο, όταν κατά την διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης οι μεν Ισραηλίτες σώθηκαν διασχίζοντας θαυματουργικά την θάλασσα, οι δε Αιγύπτιοι καταποντίστηκαν. Τότε «εφοβήθη… ο λαός τον Κύριον και επίστευσαν τω Θεώ και Μωυσή τω θεράποντι αυτού…» και «ήσε Μωυσής και οι υιοί Ισραήλ την ωδήν ταύτην τω Θεώ…». Και αντιστοίχως η Μαριάμ δημιούργησε δεύτερο χορό από γυναίκες και έψαλλαν την ωδή «άσωμεν τω Κυρίω ενδόξως γαρ δεδόξασται, ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν…» και τα λοιπά της ωδής.
Η ψαλμωδία καθιερώθηκε εξαρχής ως τέχνη, με την οποία εκφράζονται η δέηση, η ευχαριστία και η δοξολογία του ανθρώπου προς τον Θεό. Στην συνέχεια η ψαλμωδία χρησιμοποιήθηκε και για την διαπαιδαγώγηση του λαού. Έτσι ο ίδιος ο Θεός στο Δευτερονόμιο δίνει εντολή στον Μωυσή να παρουσιάσει ως ωδή, ότι ο λαός θα «εκπορνεύση οπίσω θεών αλλοτρίων» και ότι θα εγκαταλείψουν και θα «διασκεδάσουν» την διαθήκη Του. Έπρεπε λοιπόν ο Μωυσής να γράψει ως ωδή τους προφητικούς λόγους του Θεού, προκειμένου να καταστεί «η ωδή αύτη κατά πρόσωπον μαρτυρούσα εν υιοίς Ισραήλ».
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει σχετικά με αυτό το γεγονός, ότι «ωδήν και άσμα την ενθύμησιν των αμαρτιών τους εποίησεν, ίνα από τον πόθον και ηδονήν της μελωδίας ελκόμενοι, παρακινώνται να λέγουν συνεχώς την ωδήν και ακολούθως μαζί με την ωδήν, να ενθυμώνται συνεχώς και τα αμαρτήματά των και να έχωσι παντοτεινήν μεν διδασκαλίαν της αρετής, ενθύμησιν δε συνεχή των αμαρτιών τους».
Στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτεται κατ’ αρχάς στην εκπεσμένη ανθρωπότητα ο Θεός και ευλογεί την ψαλμωδία με προσωπική Του προσταγή. Έτσι για πρώτη φορά η ανθρωπότητα κατανοεί την μοναδική σχέση ψαλμωδίας και θείας αποκαλύψεως.
Οι ωδές, οι ψαλμοί, οι ύμνοι υπάρχουν ως είδη της ψαλμωδίας όπως αποκαλύπτεται στην Παλαιά Διαθήκη. Οι ωδές κατά τον Μ. Βασίλειο περιέχουν «όσα θεωρίας έχεται υψηλής και θεολογίας, και εψάλλοντο «διά φωνής εμμελούς»». Οι ψαλμοί εισήχθησαν από τον Δαβίδ και μάλιστα ψάλλονταν με διάφορα μουσικά όργανα. Είναι αναμφίβολο ότι οι ψαλμοί αποτελούν ανυπέρβλητες υμνολογικές και ποιητικές δημιουργίες και διαφέρουν από τις ωδές μόνο ως προς την χρήση των οργάνων. Μεταξύ των ωδών και των ψαλμών υπήρχαν οι ύμνοι. Αυτοί ήταν περιγραφικοί και αινετήριοι ψαλμοί με δογματικό χαρακτήρα και θεοκεντρική αναφορά και ψάλλονταν κυρίως φωνητικά.
Έτσι αρχίζουν οι άνθρωποι από τους ψαλμούς του Δαβίδ να μαθαίνουν ότι η εξύμνηση του ονόματος του Θεού είναι καθήκον «καλόν», ο αίνος και η εξομολόγηση είναι έργον «αγαθόν». Με την ψαλμωδία διακηρύσσεται ότι ο Κύριος είναι «αγαθός» και «χρηστός». Με την υμνωδία εξαγγέλονται «πάντα τα θαυμάσια» και τα «ελέη» του Θεού: «Ψάλατε τω ονόματι αυτού, ότι καλόν». Άινείτε τον Κύριον, ότι αγαθόν ψαλμός». «Εξομολογείσθε τω Κυρίω ότι αγαθός». «Άσατε αυτώ και ψάλατε αυτώ». «Άσω τω Κυρίω τω ευεργετήσαντί με».
Αυτές είναι προτροπές του Αγίου Πνεύματος διά στόματος των προφητών και φανερώνεται ότι τον Θεόν δεν υμνούν μόνον οι άγγελοι και «πάσαι αι δυνάμεις αυτού», αλλά και οι «δούλοι» και οι «πένητες», οι «όσιοι και δίκαιοι», οι «εστώτες εν οίκω Κυρίου, εν αυλαίς οίκου Θεού», «τα έθνη», «πάσα η γη και πάντα τα έργα Κυρίου», «πάσα πνοή και πάσα κτίσις». Ολόκληρος ο άνθρωπος και ολόκληρη η δημιουργία.
«Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού», «πληρωθήτω το στόμα μου αινέσεώς σου Κύριε». Το Πνεύμα του Θεού ενέπνεε την διά φωνής υμνωδία του Θεού, ενώ η οργανική ψαλμωδία «εν ήχω σάλπιγγος», «εν ψαλτηρίω και κιθάρα», «εν κυμβάλοις ευήχοις» προσφερόταν προς τον Θεό «συνετώς» και «καλώς» με όργανα μεν, αλλά με ευπρέπεια και όχι άσεμνα και άπρεπα, όπως συνέβαινε στον τότε ειδωλολατρικό κόσμο.
Ο όρος ψαλμωδία, που προέρχεται από την σύνδεση των λέξεων «ψαλμός» και «ωδή», ήταν άγνωστος στην Παλαιά Διαθήκη. Ο όρος αυτός συναντάται κατ’ αρχάς στην χριστιανική γραμματεία στα τέλη του 2ου και τις αρχές του 3ου αιώνα, και επικράτησε από τον τέταρτο αιώνα.
Οι αναχωρητές μοναχοί και ασκητές των πρώτων χριστιανικών χρόνων εξέφραζαν με τον καλύτερο τρόπο το περιεχόμενο του όρου αυτού με την αναφορά τους στον Θεό, διότι η ζωή τους ήταν διαρκής προσευχή και ψαλμωδία.
Αγαπητοί φίλοι της σελίδας, παρακαλούμε να είστε ευγενικοί και κόσμιοι στις εκφράσεις σας, με σεβασμό, κατανόηση και αξιοπρέπεια, προς τους συνανθρώπους μας, όπως αρμόζει σε λογικούς ανθρώπους, αλλά και σε ενσυνείδητους Χριστιανούς οι οποίοι κάνουν πράξη τον Ευαγγελικό λόγο, «Αγαπάτε αλλήλους». Φυλάξτε το στόμα σας, από λόγια περιττά, πικρόχολα, ανώφελα, ασκηθείτε στην προσευχή του Ιησού, εγκρατευθείτε και ο Κύριος θα σας περιβάλλει με το ανεκτίμητο δώρο της αγάπης Του. Οι απόψεις της ιστοσελιδας μπορεί να μην ταυτίζονται με τα περιεχόμενα του άρθρου. Τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο την ιστοσελιδα. Οι διαχειριστές της ιστοσελιδας δεν ευθύνονται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, γενικά και εναντίον των συνομιλητών ή των συγγραφέων. Μην δημοσιεύετε άσχετα σχόλια με το θέμα. Με βάση τα παραπάνω με λύπη θα αναγκαζόμαστε να διαγράφουμε τα απρεπή και βλάσφημα σχόλια τα οποία δεν αρμόζουν στον χαρακτήρα και στο ήθος της σελίδας μας χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.