
Η ΚΑΤΑΝΥΞΗ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ KAI ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ. ΠΟΣΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΕΣ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥΣ. (Ὑπόθεσις ΛΒ΄Τόμος Β΄ Εὐεργετινός)
ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΑ
Του ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου
Η ΚΑΤΑΝΥΞΗ ἐμφανίζεται μὲ πολλὲς μορφὲς (πνευματικῆς) ὡραιότητας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ “Ἱερεμίας λέει: «Διαμερισμὸς ὑδάτων κατήγαγεν ὁ ὀφθαλμός μου» (πρβλ. Θρ. Ἱερ. 3:47). Δυὸ πάντως εἶναι τὰ σπουδαιότερα εἴδη τῆς κατανύξεως: “Ὅταν ἡ ψυχῆ διψάσει τὸ Θεό, αἰσθάνεται κατάνυξη πρῶτα ἀπὸ τὸ φόβο κι ἔπειτα (κατάνυξη) ἀπὸ τὸν πόθο. Πρῶτα δηλαδὴ λιώνει τὸν ἑαυτὸ της μὲ τὰ δάκρυα, καθὼς θυμᾶται τὶς ἁμαρτίες της, καὶ νιώθει φόβο, μήπως ἐξαιτίας τοὺς ριχθεῖ στὴν αἰώνια κόλαση. καὶ ἀφοῦ τα¬λαιπωρηθεῖ πολὺ ἀπὸ τὴ λύπη, τότε ἡ δειλία παύει, καὶ μέσα στὴν ψυχὴ γεννιέται θάρρος καὶ κάποια βεβαιότητα γιὰ τὴ συγχώρηση. Στὸ ἕξης ἡ ψυχῆ θερμαίνεται ἀπὸ τὸν πόθο τῆς οὐράνιας χαρᾶς. καὶ αὐτὴ ποὺ πρῶτα ἔκλαιγε ἀπὸ τὸ φόβο τῆς καταδίκης, ἀρχίζει ὕστερα νὰ κλαίει πάλι πικρά, ἐπειδὴ βρίσκεται ἀκόμα μακριὰ ἀπὸ τὴ βασιλεία (τῶν οὐρανῶν). Γιατί, ἀφοῦ καθαρθεῖ ὁ νοῦς, βλέπει πιὰ καθαρὰ ποιοὶ εἶναι οἱ χοροὶ τῶν ἀγγέλων καὶ ποιὰ ἡ κοινωνία τους, ποιὰ εἶναι ἡ λαμπρότητα καὶ ἡ μεγαλοσύνη τῶν μακαρῖων πνευμάτων καὶ ποιὰ ἡ θεωρία αὐτοῦ του ἴδιου του Θεοῦ.
Τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ
Ἀρχὴ τοῦ πένθους εἶναι ἡ αὐτογνωσία. καὶ τὸ πένθος μας ἂς μὴν εἶναι ἀνθρώπινο, οὔτε «πρὸς τὸ θεαθῆναι τοὶς ἀνθρώποις» (Ματθ. 23:5), ἀλλὰ ὅπως τὸ θέλει ὁ Θεός, ποὺ γνωρίζει τὰ ἀπόκρυ¬φα της καρδιᾶς μας, γιὰ νὰ μακαριστοῦμε ἀπ΄ Αὐτόν. Ἂς ἔχουμε λοιπὸν χαρούμενο τὸ πρόσωπο, ὅταν συναντᾶμε ἄλλους ἀνθρώ¬πους, ὡς πρὸς τὸ φρόνημα ὅμως ἂς κλαῖμε καὶ ἂς πενθοῦμε. Γιατί τὸ πένθος εἶναι προϋπόθεση, ἀλλὰ καὶ ἐξασφάλιση τῆς πνευμα¬τικῆς ἐργασίας• τὸ πένθος ξεπλένει τὴν ψυχὴ μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὴν ἀποκαθιστᾶ καθαρή• τὸ πένθος γεννάει τὴ σωφροσύνη, ξεριζώνει τὶς ἡδονές, κατορθώνει τὶς ἀρετές. καὶ τί περισσότερο νὰ πῶ; Τὸ πένθος ἀπὸ τὸ Θεὸ μακαρίζεται (βλ. Μάτθ. 5:4. Λούκ. 6:21) καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἐπαινεῖται.
Τοῦ ἀββᾶ Ἠσαΐα
Τὰ ἔργα ἐκείνων ποὺ ἀληθινὰ πενθοῦν εἶναι: τὸ ν’ ἀπομακρύ¬νουν τὸ νοῦ καὶ τὶς αἰσθήσεις ἀπὸ τὰ γύρω φαινόμενα• τὸ νὰ μὴν κρίνουν τὸν πλησίον – γιατί ἐκεῖνος ποὺ ἀσχολεῖται μόνο μὲ τὶς δι-κὲς του ἁμαρτίες, ἀποφεύγει νὰ κρίνει τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ• τὸ νὰ μὴν ἐκδικοῦνται αὐτὸν ποὺ τοὺς κάνει κακό• τὸ νὰ μὴ λυποῦνται γιὰ ὅσα ἔγιναν ἀπὸ τὸ συγκάτοικο τοὺς χωρὶς τὴ δική τους γνώμη• τὸ νὰ μὴν κάνουν τὸ θέλημά τους• τὸ νὰ μὴ λένε γιὰ ὁποιονδήποτε ὅτι εἶναι καλὸς ἡ κακός, γιατί τὸ θεωροῦν ντροπή τους νὰ μάθουν πὼς ὑπάρχει κάποιος αἰσχρότερος ἀπ΄ αὐτούς• τὸ νὰ μὴ θέλουν νὰ γνωρίζουν πράγματα, ποὺ δὲν τοὺς ἐνδιαφέρουν τὸ νὰ μὴν ἀντι¬δροῦν, ὅταν τοὺς χλευάζουν τὸ νὰ μὴ λυποῦνται, ὅταν τοὺς παρα¬βλέπουν στὴ γενικὴ διανομή• τὸ νὰ μὴν ταράζονται, ὅταν συκοφα¬ντοῦνται γιὰ πράγμα ποὺ δὲν γνωρίζουν, ἀλλὰ νὰ λένε ἀμέσως τὸ “συγχώρησαν”• τὸ νὰ μὴν ἀποδέχονται τοὺς ἐπαίνους, ποὺ τυχὸν τοὺς λέει κανείς• τὸ νὰ μὴ συγχύζονται ὅταν βρίζονται• τὸ νὰ μὴν κυνηγοῦν τὴ φιλία τῶν ἰσχυρῶν του κόσμου• τὸ νὰ μὴ θέλουν νὰ ἐπιβάλουν τὴ γνώμη τους, ἀκόμα κι ὅταν ἔχουν δίκιο, οὔτε νὰ φιλονικήσουν γιὰ ὁτιδήποτε. Αὐτὰ καὶ ὅσα σχετίζονται μ’ αὐτά, ἂν ὑπάρχουν σ’ ἕναν ἄνθρω¬πο, φανερώνουν ὅτι ἔχει τὸ ἀληθινὸ πένθος, ὅτι μὲ τὰ νοερὰ του μάτια γνώρισε τὸν ἑαυτὸ του καὶ τὴν ἀδυναμία του, ὅτι κατάλαβε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι συνειδητοποίησε πὼς δὲν μπορεῖ ν’ ἀρέσει στὸ Θεὸ ὅπως ὁ ἴδιος νομίζει. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀρ¬κεῖται στὴ δικὴ του λύπη, κλαίει γιὰ τὸν ἑαυτὸ του καὶ δὲν ἀσχο¬λεῖται μὲ τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ μέλλει ἐκεῖνος νὰ κρίνει. Ἔτσι διατηρεῖ ἀκέραιη τὴν (πνευματική) οἰκοδομῆ, ποὺ ἔχτισε μέσα του τὸ πένθος. Γιατί ἡ κατὰ Θεὸ λύπη, ποὺ του κατατρώει τὴν καρδιά, μπορεῖ νὰ ἐξουσιάσει τὶς αἰσθήσεις- καὶ ἀκόμη, ἂν ἀντιστέκεται μὲ νίψη, τότε διατηρεῖ σώα καὶ τὰ αἰσθητήρια του νοῦ. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἀμέριμνος οὔτε νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν ἑαυτὸ του, πρὶν βρεθεῖ μπροστὰ στὸ κριτήριο καὶ ἀκούσει τὴν ἀπό¬φαση καὶ μάθει ποὺ θὰ τοποθετηθεῖ (ἢ ψυχῆ του). καὶ γι’ αὐτό, ὅσο βρίσκεται μέσα στὸ σῶμα, ὀφείλει νὰ κοπιάζει ἀκατάπαυστα.
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν στήριξαν τὸ θάρρος τους στὰ ἔργα τους, σὰν εὐάρεστα τάχα στὸν Κύριο, καὶ γι’ αὐτὸ ντρέπο¬νται νὰ τὸν ἀντικρίσουν. Αὐτοὶ πραγματικὰ θὰ δροῦν ἀνέκφραστη παρηγοριά, ἐπειδὴ πενθοῦν ἀκατάπαυστα γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πραγματοποιήσουν στὴν ἐντέλεια τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκριβῶς Ἐκεῖνος θέλει. Ὅταν οἱ ἐπουράνιες δυνά-μεις θὰ δώσουν τὴ μαρτυρία τοὺς γι’ αὐτούς, ὅτι δηλαδὴ πέρασαν (νικηφόρα) τοὺς ἄρχοντες τῆς ἀριστερῆς μερίδας, (τὰ ἐναέρια τελώ¬νια), τότε πιὰ θὰ μνημονεύονται κι αὐτοὶ μαζὶ μὲ τοὺς κατοίκους τοῦ οὐρανοῦ.
ὅσο ὅμως γίνεται ἀκόμα πόλεμος, ὁ ἄνθρωπος νιώθει φόβο καὶ τρόμο -θὰ νικήσει ἡ θὰ νικηθεῖ σήμερα; Θὰ κερδίσει ἡ θὰ χά¬σει αὔριο; Γιατί ὁ ἀγώνας σφίγγει ἀπὸ παντοῦ τὴν καρδιά. Μόνο ἡ ἀπάθεια δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν πόλεμο, ἐπειδὴ ἔχει πάρει τὸ βραβεῖο (της νίκης) καὶ ἔχει ἡσυχάσει, ἀφοῦ εἰρήνευσαν μεταξὺ τοὺς κι ἔγιναν ἕνα τὰ τρία χωρισμένα, δηλαδὴ ἡ ψυχῆ, τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα, σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο (Ἀ’ Θέσ. 5:23). καὶ Ὅταν αὐτὰ τὰ τρία γίνουν ἕνα μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν μποροῦν πιὰ νὰ χωριστοῦν, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς πέθανε καὶ ἀναστήθη¬κε καὶ «οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρώμ. 6:9). Ὁ θάνατος Τού μας ἐξασφάλισε τὴ σωτηρία, ἐπειδὴ ἡ ἁμαρτία νεκρώθηκε μὲ τὸ θάνατο, καὶ ἡ ἀνάσταση Τοῦ ἐξασφάλισε τὴν αἰώνια ζωὴ σὲ ὅλους, ὅσοι πιστεύουν σ’ Αὐτόν.
Τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ
Ὑπάρχουν δάκρυα ποὺ μαραίνουν καὶ δάκρυα ποὺ ζωογο¬νοῦν καὶ τὰ πρῶτα ἔχουν αἰτία τὸ φόβο, ἐνῶ τὰ δεύτερα τὴν ἀγά¬πη. Τὰ πρῶτα λοιπόν, αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ τρέχουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες, ἀναβλύζουν μὲ πόνο καὶ στεγνώνουν τὸ σῶμα καὶ τὸ μαραίνουν. Τὰ δεύτερα ὅμως – στὰ ὅποια καταλήγει κανεὶς ἀφοῦ πρῶτα χύσει ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ προηγούμενα καὶ μέσω αὐτῶν ξεπλύνει, μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὶς ἁμαρτίες τοῦ – ἀναβλύζουν ἀβίαστα καὶ μὲ (πνευ¬ματική) ἡδονή, ἐπειδὴ ἡ ψυχῆ ἔχει γευθεῖ τὴ θεία χάρη. Τότε ὁ ἄν¬θρωπος χύνει δάκρυα χωρὶς νὰ δοκιμάζει (ψυχικό) πόνο, μὲ χαρὰ καὶ δίψα (θείας) ἀγάπης. Αὐτὰ καὶ τὸ σῶμα ὠφελοῦν καὶ ἀναζω¬ογονοῦν, καὶ τὴν ὄψη τοῦ ἄνθρωπου ἀλλοιώνουν, σύμφωνα μὲ τὸ γραμμένο: «Καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει, ἐν δὲ λύπαις οὔσης σκνθρωπάζει» (Παροιμ. 15:13). “Ἂν λοιπὸν ποθοῦμε νὰ φτάσουμε στὰ δεύτερα (δάκρυα), ἂς ἐπιδιώξουμε μὲ ζῆλο τὰ πρῶτα, (τὰ δάκρυα δηλαδὴ τῆς μετάνοιας), καὶ τότε, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, σύντομα θὰ τ’ ἀποκτήσουμε κι ἐκεῖνα.
Ἀπὸ τὸν ἅγιο Βαρσανούφιο
Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἄββα Ἰωάννη:
Πῶς μπορῶ νὰ κόψω τὴν παρρησία καὶ νὰ συγκρατῶ τὴ γλώσσα μου;
Μὲ τὸ πένθος, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας.
καὶ πὼς μπορῶ νὰ διατηρήσω τὸ πένθος, ξαναρώτησε ὁ ἀδελ¬φός, ὅταν ἔχω δοσοληψίες μὲ ἀνθρώπους καὶ μεριμνῶ γιὰ τὶς ἐργα-σίες τῶν διακονητῶν; Ἔπειτα, ὑπάρχει καρδιακὸ πένθος χωρὶς δά-κρυα;
Δὲν γεννιέται τὸ πένθος ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἀπάντησε ὁ γέρο¬ντας, ἀλλὰ τὰ δάκρυα γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ πένθος. καὶ ἐκεῖνος ποὺ βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ἀποκτᾶ τὸ πένθος, ἂν κόβει
τὸ δικὸ του θέλημα καὶ δὲν κοιτάζει τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων. Γιατί
ἔτσι συμμαζεύονται οἱ λογισμοί του. Καὶ ὅταν συμμαζευτοῦν, γεννοῦν στὴν καρδιὰ τὴν κατὰ Θεὸ λύπη. Καὶ ἡ λύπη φέρνει τὰ δά-κρυα.
Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
Σ’ ὅλη του τὴ ζωή, ὅποτε καθόταν στὸ ἐργόχειρό του, ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος εἶχε ἕνα πανὶ στὸν κόρφο του, γιὰ (νὰ σκουπίζει) τὰ δά-κρυα ποὺ ἔτρεχαν συνεχῶς ἀπὸ τὰ μάτια του. Βλέποντας αὐτὸ τὸ πράγμα ὁ ξακουστὸς ἀνάμεσα στοὺς μοναχοὺς (ἀββᾶς) Ποιμήν, του ἔλεγε:
Εἶσαι μακάριος, Ἀρσένιε, γιατί δὲν θὰ ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ δά¬κρυα στὴν ἄλλη ζωή, μία καὶ πένθησες γιὰ τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.
Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ἄμμωνα:
Πές μου ἕνα λόγο, γιὰ τὸ πὼς (μπορῶ) νὰ σωθῶ.
Πήγαινε, ἀπάντησε ὁ γέροντας, καὶ σκέψου ὅπως σκέφτο¬νται οἱ κακοποιοί, ποὺ βρίσκονται στὴ φυλακή. Ἐκεῖνοι δηλαδὴ ρωτᾶνε τοὺς ἀνθρώπους ποῦ τοὺς πλησιάζουν: Ποῦ εἶναι ὁ δικα¬στής; καὶ πότε ἔρχεται;. καὶ μὲ τὴν ἀναμονὴ τῆς δίκης καὶ τῶν τι¬μωριῶν, κλαῖνε. Ἔτσι κι ἐσύ, ὀφείλεις νὰ προσέχεις πάντα τὴν ψυ¬χή σου καὶ νὰ λές: Ἀλίμονό μου! Πῶς θὰ παρουσιαστῶ στὸ φο¬βερὸ βῆμα τοῦ ἀδέκαστου Κριτῆ; καὶ τί θὰ Τοῦ ἀπολογηθῶ; Ἂν σκέφτεσαι ἔτσι ἀκατάπαυστα, μπορεῖς νὰ σωθεῖς.
Ὁ ἀββᾶς Λογγίνος εἶπε:
Ἡ νηστεία ταπεινώνει τὸ σῶμα. Ἡ ἀγρυπνία καθαρίζει τὸ νοῦ. Ἡ ἡσυχία φέρνει τὸ πένθος. καὶ τὸ πένθος βαπτίζει τὸν ἄνθρωπο (στὰ δάκρυά του) καὶ τὸν κάνει ἀναμάρτητο.
Ὁ ἀββάς Μωυσῆς εἶπε:
Νικηθήκαμε σωματικὰ ἀπὸ κάποιο πάθος; Ἂς μὴν παραμε-λήσουμε τὴ μετάνοια καὶ τὸ πένθος γιὰ τὸν ἑαυτό μας, πρίν μας προλάβει τὸ πένθος τῆς Κρίσεως.
Ὁ ἴδιος (άββάς) εἶπε:
Οἱ ἁμαρτίες συγχωροῦνται μὲ τὰ δάκρυα. Ὅταν ὅμως κλαῖς, μὴ στενάξεις δυνατά• καὶ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερὰ σόν», δηλαδὴ ἡ κενοδοξία, «τι ποιεῖ ἡ δεξιὰ σόν» (Μάτθ. 6:3).
Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββά Μωϋσῆ:
Τι πρέπει νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος σὲ κάθε πειρασμὸ ποῦ τὸν βρίσκει ἡ σὲ κάθε λογισμὸ ποῦ του σπέρνει ὁ ἐχθρός; Καὶ ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε:
Πρέπει νὰ κλαίει μπροστὰ στὴν ἀγαθοσύνη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει• καὶ ἂν παρακαλεῖ μὲ ἐπίγνωση, σύντομα βρίσκει ἀνάπαυση. Γιατί εἶναι γραμμένο: «Ἐγγὺς Κύριος πάσι τοὶς ἔπικαλουμενοις αὐτόν» (Ψάλμ. 144:18) καὶ τὰ ὑπόλοιπα.
Ὁ ἀββάς Ἰσαὰκ διηγήθηκε:
Κάποτε, Ὅταν βρισκόμουνα κοντὰ στὸν ἄββα Ποιμένα, τὸν εἶδα νὰ πέφτει σὲ ἔκσταση καὶ κατάνυξη. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶχα θάρ¬ρος μαζὶ του, του ἔβαλα μετάνοια καὶ τὸν παρακάλεσα: “Πές μου, ποῦ ἤσουνα;”. Κι ἐκεῖνος, κάτω ἀπὸ τὴν πίεσή μου, μοῦ εἶπε: “Ὁ λογισμός μου ἦταν ἐκεῖ, ὀποῦ ἡ ἅγια Θεοτόκος Μαρία στάθηκε καὶ ἔκλαιγε – δίπλα στὸ Σταυρὸ τοῦ Σωτῆρος. Ἤθελα κι ἐγὼ πάντα ἔτσι νὰ κλαίω”.
Ὁ ἀββάς Θεόδωρος διηγήθηκε:
Στὰ Κελιὰ κατοικοῦσε κάποιος ἀδελφός, ποὺ εἶχε ἀποκτή¬σει τὸ χάρισμα τῆς κατανύξεως. Τὸν ρωτήσαμε λοιπὸν γιὰ τὰ δά¬κρυα – γιατί ἄλλοτε ἔρχονται μόνα τους καὶ ἄλλοτε δὲν μπορεῖ κα¬νεῖς νὰ τὰ προκαλέσει οὔτε μὲ ἔμπονη προσπάθεια; καὶ ὁ γέρο¬ντας ἀπάντησε: “Τὰ δάκρυα εἶναι ὅπως ἡ βροχή, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὰν τὸ γεωργό. “Ὅταν λοιπὸν ἔρχονται (τὰ δάκρυα), αὐτὸς ποὺ καλλιεργεῖ τὴν καρδιὰ τοῦ πρέπει ν’ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ μὴ χα¬θεῖ τίποτε ἀπὸ τὴ βροχή, ἀλλὰ νὰ μαζευτεῖ ὅλο τὸ νερὸ στὸν κῆπο του καὶ νὰ τὸν ποτίσει. Σᾶς λέω, παιδιά μου, ὅτι πολλὲς φορὲς μία μέρα βροχῆς εἶναι ἀρκετὴ γιὰ ὅλο τὸ χρόνο καὶ σώζει ὅλους τους καρπούς. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέχουμε• καὶ ὅταν καταλάβουμε ὅτι ἔρχεται, ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ φυλάξουμε τοὺς ἑαυτούς μας κι ἂς ἀφοσιωθοῦμε σὲ ἐπίμονη ἱκεσία τοῦ Θεοῦ. Γιατί δὲν ξέρουμε ἂν θὰ δροῦμε καὶ ἄλλη μέρα τὴ βροχὴ ἐκείνη”.
Αγαπητοί φίλοι της σελίδας, παρακαλούμε να είστε ευγενικοί και κόσμιοι στις εκφράσεις σας, με σεβασμό, κατανόηση και αξιοπρέπεια, προς τους συνανθρώπους μας, όπως αρμόζει σε λογικούς ανθρώπους, αλλά και σε ενσυνείδητους Χριστιανούς οι οποίοι κάνουν πράξη τον Ευαγγελικό λόγο, «Αγαπάτε αλλήλους». Φυλάξτε το στόμα σας, από λόγια περιττά, πικρόχολα, ανώφελα, ασκηθείτε στην προσευχή του Ιησού, εγκρατευθείτε και ο Κύριος θα σας περιβάλλει με το ανεκτίμητο δώρο της αγάπης Του. Οι απόψεις της ιστοσελιδας μπορεί να μην ταυτίζονται με τα περιεχόμενα του άρθρου. Τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο την ιστοσελιδα. Οι διαχειριστές της ιστοσελιδας δεν ευθύνονται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, γενικά και εναντίον των συνομιλητών ή των συγγραφέων. Μην δημοσιεύετε άσχετα σχόλια με το θέμα. Με βάση τα παραπάνω με λύπη θα αναγκαζόμαστε να διαγράφουμε τα απρεπή και βλάσφημα σχόλια τα οποία δεν αρμόζουν στον χαρακτήρα και στο ήθος της σελίδας μας χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.